URI:
   DIR Return Create A Forum - Home
       ---------------------------------------------------------
       WebWar
  HTML https://webwar.createaforum.com
       ---------------------------------------------------------
       *****************************************************
   DIR Return to: Τέχνη και &...
       *****************************************************
       #Post#: 1234--------------------------------------------------
       Επικός
       ΧΥΣΚΙΑ
   DIR By: Ισοπ&a...
       Date: September 21, 2012, 3:05 pm
       ---------------------------------------------------------
       [center]ΕΛΛΑΔΟΣ
       ΓΑΜΩΤΑΦΕΙΟΣ
       ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ
       (ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
       - ΑΘΗΝΑΙ))
       Δαπίτισσες
       περήφανες
       ἄλλο δὲν
       εἶναι πιὰ
       κείτονται
       τώρ’
       ἀνάσκελα
       στῆς Σίνα τὴ
       μεριὰ
       τουρῖστες
       Γάλλους
       χαιρετῶ
       πολὺ
       εὐγενικὰ
       στὸ
       Σύνταγμα
       στὶς σκᾶλες
       καὶ σφίγγω
       μαχαιριὰ
       στοῦ Γκαῖτε
       τὸ
       Ἰνστιτοῦτο,
       κάπου ἀπ’
       ἔξῳ ‘κεῖ
       περνοῦσα
       λίγο
       βιαστικὰ
       ἕνα λαμπρὸ
       πρωΐ
       βρίσκω μιὰ
       ταγιερόγρῃα
       μ’ ἐφημερίδα
       «Ἑστία»
       μπουνίδι
       χουλιγκάνικο
       κοτσάρισα
       στὴ θεία
       βγαίνει ὁ
       γυιὸς ὁ
       ἀγγλοτραφὴς
       ποὺ ἄκουσε
       φωνὲς
       τοὖπα «ἔτσι
       ξηγιόμαστε
       ἐμεῖς στὶς
       Ἀχαρνές»
       μὲ ἕνα Datsun
       κόκκινο
       ἀράζω
       Κολωνάκι
       καὶ κάνω
       στὶς
       γειτόνισσες
       τὸ πιό
       αἰσχρὸ
       καμάκι
       μὲ τὰ πολλὰ
       φωνάξανε
       καὶ τὴν
       Ἀστυνομία
       παιδιὰ ποὺ
       εἶχαν μέσον
       στὴ Νέα
       Δημοκρατία
       μὲ ὕφος
       ἀδερφίστικο
       μοῦ κάνανε
       συστάσεις
       μυδράλjο
       τότε
       τράβηξα, σοῦ
       λέω γαμῶ τὶς
       φάσεις
       λίγο-πολὺ
       τελείωσα μὲ
       τὰ
       Νηοκλασσικὰ
       λέω νὰ
       γαμήσω
       Φάληρο,
       παραλjακὴ
       μεριὰ
       Ἀφ’ οὗ τὰ
       τζάκια τὰ
       ψηλὰ
       πλημμύρισα
       χυσάδα
       κατέβηκα
       γιὰ θάλασσα,
       πέρασ’ ἀπὸ
       Γλυφάδα
       μπουτοῦδες
       μὲ solarium εἶδα
       γυαλιστερὲς
       ἐπάνῳ τους
       κατούρησα,
       κάνανε σὰ
       ντρελλὲς
       σκούζανε
       καὶ τὶς
       βούτηξα
       εὐθὺς ἀπ’ τὰ
       μαλλιὰ
       καὶ
       μπουκετίδια
       ἔσφιξα στὰ Gucci
       τὰ γυαλιὰ
       χαχά!
       «πάρ’τα μωρὴ
       ὑστερικιὰ
       ἄῤῥωστὴ
       πουτσομάννα
       ποὺ σὲ
       γαμᾶν
       Βρουκόλακες
       στοῦ Χάρου
       τὴν Ἀλάνα»
       τὴν ἔκανα
       φουριόζικα
       καὶ πῆγα
       παραλία
       σὲ
       φουσκωτοὺς
       λουόμενους
       ἔσπασα τὰ
       κρανία
       κάτ’ ἀπ’ ἕναν
       Εὐκάλυπτο
       τὴν ἔπεσ’
       ἀραχτὸς
       καὶ ἔπαιζα
       τὸ μποῦτζο
       μου σὰ
       νἄμουν
       Κυνικὸς
       μέσα στὰ
       μάτια
       κύτταζα
       παπποῦδες
       μὲ παιδιὰ
       αὐνανιζόμουν
       στὸ γκαζὸν
       τοῦ Ἅγιου
       Κοσμᾶ
       μόλις ἐχύσα
       δυνατὰ σὲ
       ἕνα Smart ἀπάνῳ
       βράδυασε κι
       εἶπα Φάληρο
       καπάκι νὰ
       τὴν κάνω
       ἀλλοδαποὺς
       σφαλιάρωσα
       ποὺ ἦταν
       στὰ φανάρια
       κι ἔριχνα στ’
       αὐτοκίνητα
       κρυμμένος
       ἀγκωνάρια
       νεκροὶ
       πολλοὶ
       γινόσαντε
       στὸ δρόμο
       καραμπόλες
       πεθάνανε
       μεσοαστοί,
       μαλᾶκες καὶ
       καριόλες
       ἀπὸ Συγγροῦ
       τὴν ἔστριψα
       καὶ σκότωσα
       τραβέλια
       μπράβους
       ντυμένους
       κουστουμιὲς
       μαχαίρωσα
       στὰ σκέλια
       κάτι
       ὁμοφυλόφιλοι
       κάνανε πῶς
       καὶ πῶς
       νὰ πάρουν
       σφηνοτσίμπουκα
       στὴν
       Ὀλυμπίου
       Δjὸς
       τὰ μάτια μου
       γυρίσανε
       καὶ τράβηξα
       Κατάνα
       ἀνάπηρους
       τοὺς ἄφισα,
       τοὺς ἔκανα
       πουτάνα
       περνῶντας
       ἀφ' Ὁμόνοια
       πούλησα
       λίγο πρέζα
       τὴ νόθευσα
       καλά-καλὰ νὰ
       τοὺς
       σωριάσω
       τέζα
       συνέχισα
       πρὸς τοῦ
       Ψυῤῥῆ καὶ
       ἔχεσα στὸ
       δρόμο
       ἔξῳ ἀπόνα
       ῥεστωρὰν
       καὶ
       σκόρπισα τὸ
       ντρόμο
       γύρῳ
       μαζεύτηκαν
       γιὰ νὰ μ'
       ἀκινητοποιήσουν
       ἔ, τούτη
       ᾖταν κι ἡ
       στιγμὴ
       καντήλια
       γιὰ νὰ
       σβήσουν
       πελᾶτες
       μαγαζάτορες
       καὶ
       μικροπωλητὲς
       φόνευσα
       κατακέφαλα
       μὲ ὕφος
       ἀγενὲς
       στὸ δρόμο
       γιὰ
       Κεραμεικό,
       πρὸς τὸ
       Μοναστηράκι
       ἔσφαξα κάθε
       Ἀφγανό,
       Ἰνδόπουλο
       καὶ Πάκι
       'κεῖ στὴν
       πλατεία τοῦ
       Γκαζιοῦ,
       στὶς
       τέσσερεις
       παρὰ
       ἔριξα κάτj
       ἀνάποδες σὲ
       ἕξη
       πουσταριὰ
       ἀμέσως τότε
       σπάσανε καὶ
       φώναξαν
       βοήθχεια
       καὶ σκάσανε
       μπρατσόπουλα
       μὲ
       ξυρισμένα
       στήθχια
       ἦρθαν καὶ
       κάτι
       φοιτηταὶ
       ποὺ ᾖσαν
       μεθυσμένοι
       μὰ ὅταν
       ὅπλο
       τράβηξα, τὴν
       κάνανε
       χεσμένοι
       ἄλλοι ψηλὰ
       τὰ χέρια
       τους, ἄλλοι
       κάτῳ στὸ
       χῶμα
       μὰ ὅλους
       τοὺς
       ἐγάζωσα,
       ματῶσαν
       ἀπ'το στόμα
       στὴ μπαλαιὰ
       τὴ γέφυρα
       περνάω ἀπὸ
       κάτῳ
       σὲ κάτι
       ἰσλαμόπουστες
       τοὺς ἔσκαψα
       τὸ λάκκο:
       γιόμισα μὲ
       πυρίτιδα
       ἕνα
       πενηνταράκι
       καὶ τὸ
       παράτησα
       πιό 'κεῖ, σὰ
       νὰ μήν τρέχῃ
       κάτι
       ἐγυάλισε
       στοὺς
       μπάσταρδους
       καὶ πῆγαν
       νὰ τὸ πάρουν
       νομίσαν οἱ
       σκατόπουστες
       πὼς θὰ τὴ
       σκαπουλάρουν
       ὅταν
       μπροστὰ τὸ
       βάλανε,
       φωτιὰ πῆρε
       εὐθὺς
       κι αὐτοὶ
       ἀνατινάχθηκαν,
       ποῦ νἄσουνα
       νὰ δῇς!
       γελῶντας
       πῆγα
       τρέχοντας
       στὴν Ἱερὰ
       Ὁδὸ
       καὶ μέσα στὰ
       σκυλάδικα
       ξέρασα
       πανικὸ
       μὲ πῆρε τὸ
       ξημέρωμα
       Αἰγάλεω σὰν
       ἔφτασα
       μπούκαρα
       μέσα στὸ
       Μετρὸ καὶ
       στὸ βαγόνι
       ἔκλασα
       κρότο
       μεγάλο
       ἔκαμα καὶ
       ἦρθε
       ἐλεγκτὴς
       τὸν ἔπιασ'
       ἀπ' τὸν ὦμο
       του καὶ
       τοὖπα τὰ ἑξ
       ᾗς:
       "γυιέ μου οἱ
       καιροὶ 'ναι
       δύσκολοι, κι
       ἐσὺ
       παρασιτεῖς
       γι' αὐτὸ καὶ
       τὶς
       συνέπειες
       πρέπει νὰ
       ὑποστῇς"
       τότε τονε
       μαχαίρωσα
       βαθειὰ
       μεσ'στὰ
       πλευρὰ
       καὶ χέστηκε
       ἀπάνῳ του κι
       ἔκλασε
       δυνατὰ
       κατέβηκα
       σὰν κύριος
       στάσι
       Μοναστηράκι
       νὰ πάρω τὸ
       ἁμάξι μου νὰ
       πάω γιὰ
       καφεδάκι
       πῆγα Ἁγιὰ
       Παρασκευή,
       σὲ μία
       καφετέργια
       τρελλάκι
       λέτσο μ'
       εἴδανε,
       βάλαν οὐρὰ
       στὰ σκέλια
       χαιρέτησα τ'
       ἀφεντικό,
       τοῦ ἔβρισα
       τὴ μάννα
       ὁλόφρεσκο
       καυτὸ καφὲ
       τοῦ ἔφτυσα
       στὴ μάπα
       σὲ ἕνα
       κυριλότσουλο
       "νὰ λέμε καὶ
       τὰ δίκῃα
       τέτοια
       ἀρχιδοπούτανα
       τὰ ἔχει καὶ
       στὴ Νίκῃα
       γι' αὐτὸ νὰ
       μήν
       μπερδεύεσαι
       ποὺ μοὔχεις
       καὶ τουπέ"
       τὸ σῶμα καὶ
       τὴ μάπα της
       ἔκανα μπλέ
       μαρὲ
       στὸ Μall μέσα
       στὰ Starbucks ἤπια
       πορτοκαλάδα
       κατούρησα
       βιτρῖνες
       στὴν Polo καὶ
       στὴν Prada
       βγῆκα στὴν
       Ἀττικὴ Ὁδό,
       δὲ μπλήρωσα
       διόδγια
       καὶ στὴ
       Χασιὰ σὰν
       ἔφτασα εἶδα
       ἀρνιὰ καὶ
       βόδγια
       τὰ ζᾶ τὰ
       πυροβόλησα
       γιατὶ δὲ
       ντὰ
       γουστάρω
       σκότωσα κι
       ὅλα τὰ
       σκυλιά, ᾖταν
       νὰ μή ντὰ
       πάρω
       περνῶντας
       ἀπ'
       Ἀσπρόπυργο
       σὲ
       γυφτογειτονιὲς
       τσιγγάνοι
       μοῦ τὴν
       πέσανε μὲ
       κάτι Mercedes
       γυφτάκια
       πέτρες
       πέταγαν κι
       ἐγὼ τὰ
       πυροβόλησα
       ἄκουσα
       κλᾶμα
       παιδικό,
       καύλωσα καὶ
       τ' ἀμόλησα
       κατσίβελλους
       - Ῥόμ -
       γύφτισσες
       σκότωσα στὰ
       ψυχρὰ
       ἀπὸ τὰ
       νεογέννητα
       μέχρι τὸ
       Βασιλῃὰ
       στὴ
       Μυριοφύτου
       τσούλησα,
       ἐκεῖ στὸ
       Κερατσίνι
       τὰ εἶπα ὅλα
       στὸν
       Κούλογλου
       καὶ ἄρχισε
       νὰ δίνῃ:
       - ἀνθρώπους
       γιατὶ
       φόνευσες;
       δὲν ἔπραξες
       καλῶς
       καθένας
       εἶναι ἄξιος
       κι
       ἰσοποιοτικὸς
       - Μητσάρα
       νιτσεόκαυλε
       σοὖπα δὲ
       μπάει ἔτσι
       γιατὶ στὴν
       ἴδια μοῖρα
       βάζεις βίλα
       μὲ κοτέτσι;
       "ψυχολογία"
       ἔλεγε, ὅπως
       καὶ τὸ ἑξ ᾗς:
       "στὸ Πᾶν εἶν'
       ὅλοι φίλοι,
       ἀλλὰ καὶ
       συγγενεῖς"
       τὸ ἔργο μου
       συνέχισα
       γιατ' εἶμ'
       ὑποσυνείδητος
       στὸ δρόμο
       μου μπελὰ θὰ
       βρῇ ὁ κάθε
       ἀνεπιθύμητος[/center]
       *****************************************************
       Page 1 of 1