DIR Return Create A Forum - Home
---------------------------------------------------------
WebWar
HTML https://webwar.createaforum.com
---------------------------------------------------------
*****************************************************
DIR Return to: Βλασφημί	...
*****************************************************
#Post#: 8050--------------------------------------------------
ΑΓΑΠΗ
By: BLASPHEMUS Date: November 12, 2013, 5:10 am
---------------------------------------------------------
Tὸ παρὸν
ἄρθρο ἔχει
γραφτεῖ καὶ
δημοσιευθεQ
50;
γιὰ
ψυχαγωγικοP
58;ς
σκοποὺς καὶ
ὁ
συγγραφέας
δὲν
εὐθύνεται
γιὰ
τυχούσες
ἐφαρμογὲς
τῶν
γραφομένων
στὴν ζωή.
[font=georgia]Καθήμενο&#
962;
ἐπὶ τῆς
πολυθρόνας
καὶ
παρατηρῶν
τὰς
ἀναδυόμενα	
62;
φλόγας
ἔμπροσθεν
τοῦ
διακριτικοQ
66;
του
προσώπου,
ἀναβλύζουσ	
49;ς
ἐκ τῆς
ἑστίας, ὁ
νέος
συγγραφεῦς,
ἀποκαλούμε	
57;ος
δε καί
«χασάπης»
ὑπὸ τοὺς
γνωστούς
του λόγω τῶν
αἱματηρῶν
καὶ πλέον
καυλωτικῶν
ἱστοριῶν
ποὺ ἔγραφεν,
ἐσκέπτετο
τὴν αἴγλην
τῆς
ἁβρότητος
τῶν
μεταξένιων
της ποδιῶν,
ποὺ
ἀγκάλιαζον
τὴν κλίνην
του ἐκείνην
τὴν στιγμήν.
Ἀγόμενος
ἀπὸ τὴν
ἐπιθυμίαν
νὰ νοιώση
τὴν ὕπαρξίν
της καὶ κάθε
ἔκφανσιν,
ἔκφρασιν
καὶ
ἔμφανισιν
ταὕτης,
ἐσωτερικὴν
τε καὶ
ἐξωτερικήν,
ἐδοκίμασεν
νὰ
κατευνάση
τὴν
δολοφονική_
7;
του
ἐπιθημίαν,
τοῖς κοινῶν
ρήμασι...
φοβούμενος.
Ἡ δε
καστανόξαν_
2;η
κόμη της
ἔλουεν καὶ
ἐστόλιζεν
τὸ μαξιλάρι
αὐτῆς (τῆς
κλίνης του),
ὡσὰν
στέρεον καὶ
φωτοβόλον
ἡλιοβασίλε	
56;α
πλαγιασμέν_
9;ν
ἐπὶ τοῦ
ὑφάσματος.
Τὸ μουνὶ της
ἔλαμπεν ὥς
ἁβρὸν καὶ
ἀνθισμένον
ρόδον καὶ
ὅταν
ἐκεῖνος
ἐρούφαγεν
καὶ πίπωνε
τὰ
μουνόχειλά
της ὡσὰν
τσίχλες,
σκαλίζων τὰ
εντόσθιά
της διὰ τῆς
γλώσσης του,
ἐσκέπτετο
νὰ τὰ
δαγκώση ἵνα
νοιώση τὴν
ἀληθινὴν
ἐσώτερη
χάριν ποὺ
ἔκρυβον
ἐντός των,
μὰ ὁ νέος
ἐδείλιαζεν,
ἑως ὅτου τὸ
κρασὶ ποὺ
ἐκυλοῦσεν
εἰς τὸ αἷμα
του
ὡμιλησεν
καὶ
οὔρλιαξεν
πρὸς ταῦτον
νὰ τὴν
κρατήση
κοντά του
διὰ παντός,
ἐντὸς τοῦ
στομάχου
καὶ κάθε
ἄλλου του
ὀργάνου ποὺ
διακαῶς
παρεκαλοῦσ	
49;
νὰ νοιώση τὸ
ἅβρον
ἄγγιγμα τῶν
ἰδικῶν της
ἐσωτερικῶν
ὀργάνων: Μία
μείξις
σπλάχνων
ἐπιθυμητὴ
ἐκ τῶν ἔσω
τοῦ σώματός
του, τοῦ
θυμικοῦ καὶ
τῆς ψωλῆς
του.
Κοιμωμένη
οῦσα, καὶ μὲ
μπαλτὰ ἐν
τὴ χειρὶ
αὐτοῦ, τὴν
ἤρπαξεν
βιαίως ἀπὸ
τὴν κόμην
καὶ
ἐχαράκωσεν
τὸ βλέφαρόν
της, μὲ
ἀποτέλεσμα
νὰ
ἀποκαλυφθῆ
τὸ ὁπτικὸ
νεῦρο ποὺ
ἐκρύβετο
ἐντὸς τῆς
ματότρυπάς
της, ἐκ τῆς
ὁποίας ἕνας
ἤπιος πῆδαξ
αἵματος
ἤρχισεν νὰ
ἀναβλύζη,
καὶ ποὺ ἐν
συνεχεία
κατευνάσθη_
7;
καὶ ἔβαψεν
τὸ μάγουλον
καὶ τὴν
μύτην της μὲ
τὴν
πορφυρίαν
του. Κρατῶν
σφιχτῶς καὶ
ἐπιμόνως
τὴν κόμην
της,
δάγκωσεν
τὸν
κρεμάμενο
ἀσπροκόκκι	
57;ο
ὀφθαλμόν
της,
κεκαυλωμέν_
9;ς
ἐκ τοῦ
πείσματος
τῆς φωτιᾶς
ποὺ
κατέκλυζεν
τὸ θυμικόν
του, καὶ τὴν
ἐπιθυμίαν
του νὰ τὴν
κρατήση
ἐντός του.
Ἐμάσησεν
τὸν
ὀφθαλμόν
της ἐντόνως
καὶ
βιαστικῶς,
καθῶς τὸ ἐν
σφαδαστικοQ
66;
πόνου
εὑρισκόμεν	
59;
καὶ πρώην
ψωλοκαλπάζ_
9;ν
γύναιο, ποὺ
νῦν καὶ ἀεὶ
θᾶναι ἰδικό
του,
παρεκαλοῦσ	
49;,
μὲ τοὺς
ὀφθαλμούς
της νὰ
στάζουν
μείγματα
αἵματος καὶ
διαμαντένι`
9;ν
δακρύων.
Ὡσὰν
ζωντανό,
ὑγρὸ καὶ
γλοιῶδες
πολτὸ
ἐγλίστρισε	
57;
ἐπὶ τῶν
οὕλων καὶ
ἐντὸς τῶν
χωρισμάτων
τῶν δοντιῶν
του ὁ ἄσπρος
λιωμένος
ὀφθαλμός
της, ποὺ
ὁμοίαζεν νὰ
ἀποτελῆται
μονάχα ἀπὸ
τὸν σκληρό
του χιτῶνος,
ἄνευ κόρης,
καὶ τὸ αἷμα
συντριβάνι^
5;ζε
ἐκ τῶν
χειλιῶν του,
ἐν ὧ αἱ
καυλοτικαὶ
της
τσιρίδες
ἐσπαρταροῦ&#
963;αν
ἀδεξίως καὶ
ἀνάρθρως.
Ὁ νέος
ἐσφήνωσεν
μὲ πεῖσμα
τὸ ποῦτσο
του,
ἐγειρόμενο
ἐκ τοῦ
ἀνοιχτοῦ
φερμουὰρ
τοῦ
παντελονιοQ
66;
του, βαθιὰ
εἰς τὴν
ἀκάλυπτη,
μαύρην καὶ
μαλακὴν
κωλότρυπά
της καὶ τὴν
πριόνιζε ὥς
ἅν νὰ
ἔπραττεν
γεώτρησιν
ἐντός τοῦ
ἀλαβάστριν	
59;υ
καὶ
κάτασπρου
δέρματός
της, ἐν ὧ ὁ
μπαλτὰς
κινεῖτο
ὁριζοντίως
καὶ καθέτως
ὡσὰν νὰ
ἐζωγράφιζε	
57;
ἐπὶ τοῦ
δέρματος
καὶ τοῦ
προσώπου
της.
«Γυναιξὶ
κόσμον ἡ
σιγὴ φέρει,»
οὔρλιαξεν
εἱρωνικῶς ὁ
ἐν περισσῆς
ψυχρότητος
καὶ ἐμμονῆς
διὰ
σαρκικὴν τε
καὶ ψυχικὴν
ἰδιοκτησία	
62;
εὑρισκόμεν	
59;ς
μουνοδύτης
νεανίας,
ἀκούγων τὰς
σπαρακτικοP
58;ς
της κραυγὰς,
καὶ ἰστοί
δέρματος
ἀποκολλημέ	
57;οι
ἐκ τῶν
μαγούλων
της χύνεντο
ἐπὶ τοῦ
στρώματος
τῆς κλίνης,
ὅπως καὶ
ὡρισμένοι
ἐκ τοῦ
κρανίου της,
τὸ ὁποῖον
ἐπληγιάζετ	
59;
ἐπιφανειακ
182;ς
ἀπ’ τὸν
μπαλτὰ,
ἀνακατεμέν	
45;
μὲ
ὡρισμένες
τρίχες τῆς
κόμης της, ἡ
ὁποῖα εἶχεν
βαφθῆ
κόκκινη.
Τὰ δε χείλη
της ἤδη
ἐκρέμοντο
ὡσὰν
αἱματωμένα
ρόδινα
ἐλατήρια,
καὶ ὁ
μπαλτὰς
λειτουργοῦ	
63;ε
ἀκαταπαύστ	
69;ς
ὡσὰν
παραψώλιον
ποὺ
ἐκύκλωνεν
τὸ πρόσωπον
μὰ καὶ τὸ
σῶμα της, ἑν
ὧ τὰ
μαστάρια
της
χοροπηδοῦσ	
45;ν
ἀποκρινόμε	
57;α
εἰς τὴν
κατάστασιν
«πλιτς πλιτς»
εἰς
πρόσθιαν
στάσιν. Ὁ
νεανίας
χασάπης
παρατηροῦσ	
49;
δαμάζων
αὐτήν
(γαμῶντας
την – δαμάζω –
δαμάω – γαμάω)
ἐλαφρὰ τὴ
συνειδήσει,
γνωρίζων
ὅτι ἐκ τοῦ
ἄλγους της
θὰ πηγάση ἡ
συνένωσίν
των εν τῶ
ἰδίω σώματι.
Τὸ ἠγαποῦσε
αὐτὸ τὸ
χυσοχαυτικP
56;ν
ἀγυιοπούτα	
57;ο.
Ἡ
ἀνθρωποφαγ	
43;α
εἶναι εἴτε
πράξις
ἐπιβιώσεως
εἴτε ἀγάπη.
Τὰ ἄσπρα
στρώματα
εἶχον βαφτῆ
εἱς τὸ αἷμα
καὶ τὸ δέρμα
τῆς χειρός
της
ἐκρέμετο
ἀτάκτως ὥς
σοῦστα
ἀποκολλημέ	
57;ο
ἐκ τῆς
ὑπόλοιπης
χειρὸς, καὶ
πλατάγιαζε
δεξιὰ καὶ
ἀριστερὰ,
περικλύζον
τοὺς
αἱματωμένο	
65;ς
μύες καὶ
κόκκαλα ποὺ
τῆς εἶχον
ἀπομείνει.
Αἱ κραυγαὶ
ὁμοῦ μετὰ
τοῦ
κλάματός
της αἴφνης
ἐσιώπησαν
ἀσκαρδαμυκ	
64;ί,
καὶ ἡ
κεφαλὴ της
ἔσκασεν ἐπὶ
τοῦ
μαξιλαριοῦ
ὥς
τυμπανοπου`
4;σοχτύπι,
ἑν ὧ ὁ
νεανίας
χασάπης
εἶχεν ἤδη
χύσει εἰς
τὸν
ψωλαγωγό
της
(κωλαντέρι).
Εσήκωσεν
ξανὰ τὸν
μπαλτὰ, ἅμα
τη
χυσεκσενδο_
7;ίσει,
καὶ τὸν
προσεγείωσ^
9;ν
καθέτως ἐπὶ
τοῦ σβέρκου
της, μὰ
ἐκολλησεν
εἰς ταὸ
κόκκαλο καὶ
τὰ νεῦρα
ὅλου τοῦ
ἄψυχου,
πουτσοτραφ_
9;ῦς
κουφαριοῦ
της
ἐκτινάχθησ	
45;ν
ὡσὰν νὰ τῆς
εἶχον
φυτέψει
ἐλατήριον
εις τὸ
κῶλον. Ὁ
χασάπης
ἐσηκωσε
ξανὰ τὸ
μπαλτὰ καὶ
τῆς ἔσπασεν
τὸν
αὐχενικὸν
σπόνδυλον,
προκαλῶν
ἐτέρα
ἀναπήδησιν
τῶν νεύρων
της, ἑν ὧ ἕνα
κομμάτι
νεύρου
ἐκόλλησεν
ἐπὶ τῆς
αἰχμῆς τοῦ
μπαλτὰ ὡσὰν
κόκκινο
τυρὶ τοῦ
τοστ. Μὲ τὸ
ἐπόμενο
χτύπημα τὸ
κεφάλι
ἀπεκολλήθη
ὁλοσχερῶς,
μὲ μονάχα
μερικοὺς
ἰστοὺς μυῶν
νὰ
παραμένουν
κολλημένοι
ἐπὶ τοῦ
ὁστοῦ τῆς
κλειδὸς
ὡσὰν
ξέμπαρκα
φλόκια. Ὁ
νέος
ἤρχισεν νὰ
τῆς βαρᾶ τὰ
μάγουλα καὶ
τὰ
ζυγωματικὰ
τραβῶν μὲ
μανία τὰ
αἱματωμένα
της μαλλιὰ,
μέχρι ποὺ
ξεκόλλησεν
τὰ
ἀπομεινάρι	
45;
τοῦ λαιμοῦ
της ὁμοῦ
μετὰ τοῦ
κεφαλιοῦ
της, τὸ
ὁποῖον τώρα
εὑρίσκετο
ἐν τὴ χειρί
αὐτοῦ, μὲ
τοὺς
αἱματωμένο	
65;ς
μῦες καὶ τὰ
νεῦρα
ποῦχαν
ἀποκολληθῆ
ἀπεριποιήτ	
69;ς,
ἐκσφενδόνι	
50;οντα
αἷμα ἀπὸ ‘δῶ
κι ἀπό ‘κεῖ,
ἀνεμίζοντε	
62;
μὲ κάθε
κίνησιν.
Ἐσήκωσεν τὸ
κομμένο της
κεφάλι ψηλὰ
κι ἤρχισεν
νὰ
τσιμπουκών_
1;
τοὺς
προαναφερθ^
1;ντες
παφλάζοντε`
2;
ἱστοὺς,
ὁμοῦ μετὰ
τοῦ
ἀπομείναντ	
59;ς
αἵματος εἰς
τὸ
ἐσωτερικὸν
τοῦ
ἀκρωτηριασ	
56;ένου
της
λαρυγγιοῦ,
οἱσοφάγου
καὶ
σαγονιοῦ,
καὶ τὰ
μεδούλια
ἔλουον τὰ
χείλη,
στίλβοντα
κόκκινης
ὑγρότητος
ἐν
συγκρίσει
μὲ τὴν
ὁποία καὶ ἡ
πιὸ κόκκινη
πανσέληνος
θὰ ὁμοίαζεν
μουχλιασμέ_
7;η,
καὶ τὸ
αἱματοβαμμ	
41;νο
του σαγόνι.
Κατόπιν
ἐχρησιμοπο	
43;ησεν
τὸν μπαλτὰ
ὡς τε νὰ
κόψη εἰς
μικρὰ
κομμάτια τὰ
ἀπομεινάρι	
45;
τοῦ σώματός
της ἵνα
χωρέσουν
εἰς τὴν
κατάψυξιν
ὅπου θὰ τὰ
ἐναποθετοῦ&#
963;ε
μέχρις ὅτου
φαγωθοῦν
τελείως. Ἡ
ὀσμὴ ἦτο
ἀηδιαστική,
μὰ ἤνηκεν
εἰς αὐτὴν.
Τώρα θὰ ἦσαν
γιὰ πάντα
μαζύ, γιατὶ
ἐκείνη θὰ
εὑρίσκετο
πάντοτε
μέσα του.
Γιατὶ τὴν
ἠγαποῦσε
ὅσον τίποτε
ἄλλο...[/font]
*****************************************************