URI:
   DIR Return Create A Forum - Home
       ---------------------------------------------------------
       WebWar
  HTML https://webwar.createaforum.com
       ---------------------------------------------------------
       *****************************************************
   DIR Return to: Βλασφημί&#9...
       *****************************************************
       #Post#: 7730--------------------------------------------------
       ΜΑΥΡΟ ΦΩΣ
       By: BLASPHEMUS Date: October 1, 2013, 1:59 pm
       ---------------------------------------------------------
       [center]
  HTML http://orthodoxian.blogspot.gr/2013/10/blog-post.html[/center]
       Τὸ παρὸν
       ἄρθρο ἔχει
       γραφτεῖ καὶ
       δημοσιευθε&#81
       50;
       γιὰ
       ψυχαγωγικο&#80
       58;ς
       σκοποὺς καὶ
       ὁ
       συγγραφέας
       δὲν
       εὐθύνεται
       γιὰ
       τυχούσες
       ἐφαρμογὲς
       τῶν
       γραφομένων
       στὴν ζωή.
       Ἐπρόκειτο
       διὰ μίαν
       μικρὴν
       πολυκατοικ&#94
       3;αν
       μὲ μονὰχα
       τρία
       κλειστοφοβ&#95
       3;κὰ
       δωμάτια τὰ
       ὁποῖα εἶχον
       ὁνομασθῆ
       συμβατικῶς
       «διαμερίσμα&#9
       64;α».
       Οἱ πόρτες
       ἔτριζον
       λόγω τῆς
       ἀκατασχέτο&#9
       65;
       ὑγρασίας.
       Ἕνας
       μελοδραματ&#95
       3;κὸς
       μῦθος ἐξ
       αὑτῶν ποὺ
       οἱ
       χυσοξεχειλ&#94
       3;ζουσες
       πουτάνες
       ἤκουον καὶ
       δάκρυζαν ἐν
       εἴδει
       μητρικῆς
       στοργῆς
       ἤλεγε ὅτι
       ἕνα κορίτσι
       κάποτε
       εἶχεν πέσει
       εἰς τὴν
       ἄχρωμη,
       αναβλύζουσ&#94
       5;
       μαῦρο φῶς,
       ποντικοφωλ&#95
       3;ά
       ποὺ
       ἀποκαλοῦσα&#
       957;
       «φωταγωγό».
       Ὅταν τὴν
       εὕρηκαν, ὁ
       μαυροκίτρι&#95
       7;ος
       καὶ
       ψωλοβόρος
       λαβύρινθος
       ἁπὸ σπλάχνα
       καὶ ἔντερα
       ποὺ ἔκρυβεν
       εἰς τὸ
       λάγνο,
       ὑποψήφιο
       ΑΛΕΞΙΨΩΛΙΚ&#92
       7;,
       παιδικό της
       σῶμα εἶχεν
       γίνη ἡ
       τωρινὴ
       κατοικία
       τῶν ἐν λόγω
       ποντικιῶν,
       ἅν καὶ ἡ
       πείνα τους
       τοὺς εἶχεν
       ἀναγκάσει
       νὰ μὴν
       κρατήσουν
       ἀρτιμελεῖς
       ὅλες του τὶς
       προεκτάσει&#96
       2;.
       Μία κίτρινη
       χαραμάδα
       εἰσέβαλλε
       βιαίως εἰς
       τὸ
       διαμέρισμα
       τοῦ
       δευτέρου
       ὁρόφου ὅπου
       διέμενεν ὁ
       γνωστὸς
       εἰκοσιπεντ&#9
       40;χρονος
       drug dealer τῆς
       γειτονιᾶς,
       ἀλλὰ δὲν
       ἧτον ὁ
       ἥλιος ποὺ
       τὴν
       δημιουργοῦ&#9
       63;ε,
       μὰ τὰ φῶτα
       τῆς πόλεως
       ποὺ ἔλαμπον
       βλασφημικῶ&#9
       62;
       κάτωθεν τοῦ
       φεγγαριοῦ.
       Ἕνα
       ἀκαθόριστο
       μεῖγμα
       κοκαΐνης
       καὶ ἀλκοὸλ
       κυλοῦσε εἰς
       τὶς φλέβες
       τοῦ νέου, ὁ
       ὁποῖος
       ἐσκεπτόταν
       χιλιάδες
       τρόπους διὰ
       νὰ
       προσελκύση
       τοὺς
       γαμημένους
       καὶ
       πρεζοφαγωμ&#94
       1;νους
       ἐραστὲς τοῦ
       ἐμπορεύματ&#9
       72;ς
       του. Αἴφνης,
       ἡ σκέψις του
       ἐπικεντρώθ&#9
       51;
       στὸ κορίτσι
       ποὺ
       σουλάτσαρε
       καυλωτικῶς
       στὸ σπίτι
       του μὲ τὸ
       μικρό της
       κιλοτάκι
       πού, ὡς ἅν
       ΜΟΥΝΟΧΙΟΠΑ&#92
       4;ΠΕΡ,
       ἀγκάλιαζε
       τὸ λεῖο καὶ
       μεταξένιο
       της
       κωλαράκι,
       ἀφίνον
       κρυμμένη
       μόνο τὴν
       σκούρα καὶ
       χρυσοποίκι&#95
       5;τη
       κωλότρυπα,
       βαθιὰ εἰς
       τὰ
       κωλομέρια.
       «Αὑτὸ δὲν
       εἶναι μουνί,»
       εἶπεν ὁ
       νέος, «εἷναι
       κινούμενη
       καυλώστρα.
       Ὅμως δὲ
       παίζει νὰ
       μοῦ κάτση νὰ
       τὸ
       σφυρηλατήσ&#96
       9;
       μὲ τὸ
       ὑπεράνθρωπ&#9
       59;,
       σαρκικό μου
       πριόνι
       μέχρι νὰ
       ξεράση τὴ
       μήτρα της ἁπ’
       τὸ
       σμπρώγκζιμ&#95
       9;.
       Δὲ μὲ
       σκέφτεται
       κὰν
       τοιουτοτρό&#96
       0;ως.
       Δὲν ἔχει
       προσέξει
       ὅτι κάτι
       σκληραίνει
       στὴ
       ψωλοφωλιά
       μου καθῶς
       τὴν
       ἀκουμπῶ.
       Καὶ ἡ μήτρα
       της θᾶναι τὸ
       φωτεινότερ&#95
       9;
       τσαμπὶ
       μεθυστικῶν
       σταφυλιῶν.
       Δὲν θὰ
       μυρίζη
       ὡραία. Τὰ
       σωθικὰ
       πάντα
       βρωμᾶνε.
       Ἀλλὰ θὰ μὲ
       καυλώση
       ἀπαραμίλλω&#9
       62;,
       ἁπλῶς γιατὶ
       θὰ ξεύρω ὅτι
       ἀνήκει σὲ
       αὐτήν.»
       Βυθισμένος
       εἰς τὴν
       φλόγαν τοῦ
       μεθυσιοῦ
       του, ἐσηκώθη
       καὶ τὴν
       ἄρπαξε
       λυσσαλέως.
       Ἠνάγκασε τὰ
       ἀπαλὰ καὶ
       ροδαλὰ
       μουνόχειλά
       της νὰ
       τριφτοῦν
       στὸ
       παντελόνι
       του,
       σκεπτόμενο&#96
       2;
       τὸν
       λασποειδῆ
       χυσολύθρο
       της, τοῦ
       ὁποίου τὸ
       σκέπασμα
       ἐρπότον ἐπὶ
       τῶν ποδιῶν
       του. Τῆς
       ἔσφιξε τὸ
       κωλομέρι
       εἰς τὴν
       χούφτα του,
       ὡς ἅν
       κατεργασμέ&#95
       7;η
       πλαστελίνη
       ἕτοιμη νὰ
       πάρη τὸ
       σχῆμα ποὺ
       ἑκεῖνος θὰ
       ὥριζε, καὶ
       τὰ δάχτυλά
       του,
       αὐτομάτως,
       γλιστροῦσα&#9
       57;
       ἐπὶ τοῦ
       ἐσωτερικοῦ
       τοιχώματος
       τοῦ
       εὔθραυστου
       καὶ μαλακοῦ
       της
       μάγουλου. Ἡ
       μικρή της
       παρθενικὴ
       κωλότρυπα
       ἧτον
       γλιστερή, ὡς
       ἅν νὰ
       ἔσταζεν
       μέλι
       παρόμοιον
       αὐτοῦ ποὺ
       ἔβγαινεν ἁπ’
       τὸ
       μικροσκοπι&#95
       4;ό
       της καὶ
       διακριτικὸ
       στόμα.
       Ἐκεῖνος
       ἔνοιωθε τὴν
       ζεστήν της
       ἀνάσα νὰ
       βιάζη τὰ
       χείλια του,
       καθῶς αὐτὴ
       γελοῦσε,
       ἐρωτοῦσα
       ποιὸς ἧτον
       ὁ λόγος διὰ
       τὸν ὁποῖον
       ἔπαιζον
       αὐτὸ τὸ
       παιχνίδι.
       Ψωλόχια
       ἔσταζον εἰς
       τὸ
       μποξεράκι
       τοῦ νέου.
       Καμμία
       γκόμενα δὲν
       ἧτο τόσο
       ἀθώα. Ὅλες
       ἐγνώριζον
       πῶς νὰ τὸν
       καυλώσουν
       ἐπιδεικνύο&#9
       65;σες
       τὸν
       παφλάζοντα
       κῶλο τους.
       Εὐθὺς
       ἀμέσως, τῆς
       ἔβγαλεν
       κάθε ροῦχο
       μὲ μονάχα
       δύο
       κινήσεις
       καὶ τὴν
       ἐξάπλωσεν
       ἐπιτραπεζί&#9
       69;ς.
       Τὸ ἄσπιλο
       δέρμα της
       ἐσύρθη ἐπὶ
       τοῦ ξύλου.
       Δὲν τῆς
       φαινόταν
       πλέον
       ἀστεῖο, δὲν
       γελοῦσε, μὰ
       ἤρχισεν νὰ
       κλαίη
       ἀμέσως ὅταν
       ἡ γυμνὴ της
       πλάτη ἦρθεν
       εἰς ἐπαφὴν
       μὲ τὸ
       ἀντικείμεν&#9
       59;ν.
       Μὰ τὰ
       δάχτυλα τοῦ
       νέου
       γλιστροῦσα&#9
       57;
       βιαίως
       ἔξωθεν τῆς
       κωλότρυπάς
       της, ποὺ
       εἶχεν
       φτύσει
       καυλόχιες
       κεκλεισμέν&#95
       1;
       εἰς τὸ
       ὑφασμάτινο
       μουνοσάκου&#95
       5;ο.
       «Φοβᾶμαι,»
       τσίριξε τὸ
       κινούμενο
       μουνί, μὲ
       ἕναν
       ἄναρθρο
       λυγμό ποὺ
       διεδέχθη τὸ
       σχεδὸν
       μωρουδίστι&#95
       4;ο
       κλάμα της.
       Κεκαυλωμέν&#95
       9;ς,
       ὁ νέος
       ἔσπρωξεν
       τὸν δείκτην
       του
       βαθύτερα
       ἐντὸς τῆς
       κωλήθρας
       της, ὡς ἅν νὰ
       ἔμπηγε τὰ
       νύχια του
       εἰς
       πλαστικὴν
       σακούλα καὶ
       τὴν ἔσκιζεν,
       μὰ ὁ κῶλος
       τοῦ
       μουνοφόρου
       ἀντικειμέν&#9
       59;υ
       ἀντέδρασε
       ξερνῶν
       πορφυρὸ
       καυλωτικὸ
       ὑγρό, ἁντὶ
       νὰ
       παραμερισθ&#95
       9;ῦν
       τὰ
       τοιχώματα
       καὶ νὰ
       ἀλλάξουν
       σχῆμα.
       Συντόμως, τὸ
       γλιστερὸ
       αὑτὸ ρυάκι,
       ἀγκάλιασε
       τὰ ἀρχίδια
       τοῦ νέου,
       ποὺ εἶχον
       παρόμοιο
       μέγεθος μὲ
       ὁλόκληρες
       τὶς παλάμες
       τῆς
       ξεκωλιάρας
       πουτσοκατα&#96
       0;ιόλας,
       οἱ ὁποίες
       ἀκουμποῦσα&#
       957;
       εὐγενικῶς
       τὰ πόδια του,
       καθῶς
       ἐκείνη
       προσπαθοῦσ&#9
       49;
       νὰ τὸν
       σπρώξη
       μακριά, ὅπως
       ἔκαναν τὰ
       μουνόχειλά
       της
       περικυκλών&#95
       9;ντα
       τὴν ψώλα του.
       Μία λίμνη
       αἵματος
       ἔβαφε τὰ
       ταλαντευόμ&#94
       9;να
       κωλομέρια
       της, καθῶς
       αὑτὰ
       βάραγαν
       κωλοπαλαμά&#95
       4;ια
       καὶ
       πλατάγιαζα&#95
       7;
       ἐπὶ τῆς
       ψωλοπεριφέ&#96
       1;ειάς
       του, ποὺ
       ἔμοιαζεν νὰ
       τῆς
       μαστιγώνη
       τὰ πόδια μὲ
       μανία. Τὸ
       δάχτυλό του
       μπαινόβγαι&#95
       7;ε
       ὑστερικῶς
       μέσα της,
       ὁμοίως μὲ
       τὴν
       ἀσπαίρουσα,
       πελώρια διὰ
       αὐτὴν ψωλή
       του.
       «Συγνώμη!!!»
       τσίριξε τὸ
       ἐν
       σφαδαστικο&#81
       66;
       πόνου
       εὑρισκόμεν&#9
       59;
       κορίτσι, καὶ
       συνέχισε νὰ
       κλαίη
       σπαρακτικῶ&#9
       62;.
       Αἴφνης, ὁ
       νέος
       ἔνοιωσε
       κάτι νὰ τὸν
       κόβη στὸ
       πόδι. Ἧτον
       τὸ ἱταλικό
       του στιλέτο.
       Ἀμέσως, ἡ
       σκέψις του
       βούτηξε εἰς
       τὴν
       στίλβουσας
       σκότους
       ἰδέα νὰ
       νοιώση ὅττι
       τῆς ἔδινεν
       ζωὴ μὲ τὰ
       χέρια του, τὸ
       στόμα του...
       Ἤθελεν νὰ
       ἀκουμπήση
       ὁτιδήποτε
       δικό της,
       ἐντὸς καὶ
       ἐκτός τοῦ
       σώματός της.
       Ἡ μουνήθρα
       της μάτωνε
       ὡς ἅν νὰ
       ἧτον ἥδη
       ἐσφαγμένη,
       κατακρεουρ&#94
       7;ημένη.
       «Βούλωσ’το,
       γαμημένο
       μου
       ψωλόσπερμα!»
       οὔρλιαξε
       ἐκεῖνος
       καθῶς
       ἔχυνεν, καὶ
       ἡ χείρ του
       ἔπεσεν ἐπὶ
       τῆς κοιλιᾶς
       της, μὲ
       προέκτασίν
       της τὴν
       λεπίδα τοῦ
       στιλέτου.
       Μία ξαφνικὴ
       κατανυκτικ&#80
       52;
       σιωπὴ τριῶν
       δευτερολέπ&#96
       4;ων
       διέκοψε τὸ
       σπαραχτικό&#95
       7;
       της κλάμα,
       ὑγραμένη
       ἡδονικῶς
       ἁπὸ τὰ
       δάκρυά της.
       Τὸ μαχαῖρι
       τῆς ἔσκισεν
       ὁριζοντίως
       τὸ
       μουνοκοῖλι,
       εἰς τὸ
       ὁποῖον
       διακρινότα&#95
       7;
       τὸ
       ψωλοκέφαλό
       του ποὺ
       εἶχεν
       σκίσει μὲ
       τὴν σειρά
       του τὴν
       μήτρα της
       καὶ
       ἀγκαλιαζότ&#9
       45;ν
       ἁπ’ τὰ
       ἔντερά της,
       καὶ ἕνα
       μεῖγμα
       αἵματος,
       ψωλοχιών
       καὶ
       γκριζοπράσ&#95
       3;νων
       κομματιῶν
       σπλάχνων
       ἤρχισεν νὰ
       πετάγεται
       τριγύρω, νὰ
       σέρνεται
       ἐπὶ τοῦ
       τραπεζιοῦ
       καὶ νὰ
       βουτᾶ μέσα
       σὲ λίμνες
       ποὺ τὸ
       ἰδίον εἶχεν
       δημιουργήσ&#94
       9;ι.
       Τὸ
       κομματιασμ&#94
       1;νο
       καὶ
       λασποειδὲς
       ἔντερό της
       κρεμόταν
       ἁπὸ τὴν
       πληγή, καὶ
       ἐκεῖνος
       ἤρχισεν νὰ
       τὸ χουφτώνη
       καὶ νὰ τὸ
       πιπώνη μὲ
       μανία, ἑνῶ ἡ
       χυσαντλία
       του
       ἀνέμιζεν
       ἀτάκτως.
       Ὄντως,
       βρώμαγε ὡς
       ἅν σάπιον
       σαρκικὸν
       ἀπόβλητο, μὰ
       τοῦ ἤρεσεν,
       γιατὶ ἧτον
       δικό της.
       Καθῶς
       τσιμπούκων&#94
       9;
       τὸ ἔντερό
       της καὶ τὸ
       ἔνοιωθεν νὰ
       συσπᾶται
       καὶ νὰ
       σπαρταρᾶ
       σπασμωδικῶ&#9
       62;,
       ἤκουσεν
       ξανὰ τὴν
       φωνή της:
       «Μπαμπά,
       γιατὶ
       σκοτεινιάζ&#94
       9;ι;»
       Καὶ ἡ μάζα
       σπερμάτων,
       λασποεντέρ&#96
       9;ν
       καὶ ἱστῶν
       δέρματος
       ποὺ κάποτε
       ἧτον ἡ
       πεντάχρονη
       κόρη του,
       εἷδεν τὰ
       φῶτα τῆς
       πόλεως ποὺ
       γάμαγαν τὶς
       χαραμάδες
       τοῦ
       παραθύρου
       νὰ σβήνουν,
       καθῶς
       σταματοῦσε
       νὰ
       κουνιέται
       καὶ νὰ
       σπαρταρᾶ,
       ἁφίνουσα
       μία
       δακρύβρεχτ&#95
       1;
       καὶ δυνατή
       ἀνάσα.
       Ἐκεῖνος
       ἐπέταξεν τὸ
       ἀπομεινάρι
       τοῦ
       πουτανοεντ&#94
       1;ρου
       της ἐπί τοῦ
       τραπεζιοῦ,
       ὡς ἅν νὰ
       βουρδούλια&#96
       3;ε
       τὴν
       ἐπιφάνειάν
       του. Ἡ
       μαυροκίτρι&#95
       7;η
       καὶ
       γκριζινοπρ&#94
       0;σινη
       αἴγλη του
       μαστίγωσε
       σαδιστικῶς
       τὸ ξύλο καὶ
       ἄδειασε
       μαινόμενο
       τὸ
       ὑγροειδὲς
       περιεχόμεν&#97
       2;ν
       του ἐπάνω
       του. Ἑνῶ οἱ
       ἀκτίνες τοῦ
       φωτὸς τοῦ
       ἔλουζαν τὸ
       διακριτικὸ&#9
       57;
       πρόσωπον,
       ἐκεῖνος
       συνέχισε τὸ
       οὑίσκι του
       εὐχαριστημ&#9
       41;νος,
       προετοιμάζ&#96
       9;ν
       τὸν ἐαυτόν
       του διὰ νὰ
       θάψη τὸ
       πτῶμα ὡς τε
       μετὰ ὅλοι
       νὰ
       πιστέψουν
       ὅτι λυπᾶται
       καὶ ὁ ἵδιος
       διὰ τὴν
       ἐξαφάνισιν
       τῆς
       σαρκικῆς
       μάζας τῶν
       ψωλοχιῶν
       του.
       #Post#: 7926--------------------------------------------------
       Re: ΜΑΥΡΟ ΦΩΣ
       By: Pulverem Date: October 26, 2013, 11:44 am
       ---------------------------------------------------------
       [quote author=BLASPHEMUS link=topic=1181.msg7730#msg7730
       date=1380653989]
       Καθῶς
       τσιμπούκων&#94
       9;
       τὸ ἔντερό
       της καὶ τὸ
       ἔνοιωθεν νὰ
       συσπᾶται
       καὶ νὰ
       σπαρταρᾶ
       σπασμωδικῶ&#9
       62;,
       ἤκουσεν
       ξανὰ τὴν
       φωνή της:
       «Μπαμπά,
       γιατὶ
       σκοτεινιάζ&#94
       9;ι;»
       Καὶ ἡ μάζα
       σπερμάτων,
       λασποεντέρ&#96
       9;ν
       καὶ ἱστῶν
       δέρματος
       ποὺ κάποτε
       ἧτον ἡ
       πεντάχρονη
       κόρη του,
       εἷδεν τὰ
       φῶτα τῆς
       πόλεως ποὺ
       γάμαγαν τὶς
       χαραμάδες
       τοῦ
       παραθύρου
       νὰ σβήνουν,
       καθῶς
       σταματοῦσε
       νὰ
       κουνιέται
       καὶ νὰ
       σπαρταρᾶ,
       ἁφίνουσα
       μία
       δακρύβρεχτ&#95
       1;
       καὶ δυνατή
       ἀνάσα.
       [/quote]
       [center]HAIL SANATORION![/center]
       *****************************************************