URI:
   DIR Return Create A Forum - Home
       ---------------------------------------------------------
       Monogatari ArtWorld
  HTML https://monogatariartworld.createaforum.com
       ---------------------------------------------------------
       *****************************************************
   DIR Return to: Θρίλερ / Τρ...
       *****************************************************
       #Post#: 20--------------------------------------------------
       Limbo
   DIR By: Monogatari ArtWorld
       Date: January 3, 2018, 10:34 am
       ---------------------------------------------------------
       Τα
       καλοκαίρια
       σε αυτό το
       βορειότερο
       σημείο της
       χώρας δεν
       είναι τόσο
       θερμά, όμως
       έχουν πάρα
       πολλή
       υγρασία,
       πράγμα που
       κάνει την
       ατμόσφαιρα
       ξερή και
       αποπνικτική
       όταν το
       θερμόμετρο
       αποφασίσει
       να αγγίξει
       τους 30
       βαθμούς
       Κελσίου. Μια
       από αυτές
       τις ξερές,
       αποπνικτικές
       μέρες ήταν
       και η
       σημερινή,
       όπου έκανε
       την οδήγηση
       του παλιού Nissan
       Sunny μια ακόμη
       πιο
       δυσάρεστη
       εμπειρία
       για τον
       68χρονο Μάικλ
       Σάλιβαν,
       όπου, εκτός
       από την
       απέχθεια
       που ένιωθε
       κάθε φορά
       που
       οδηγούσε
       μετά από όλα
       αυτά τα
       χρόνια, είχε
       και να
       διανύσει
       πολλά
       χιλιόμετρα
       ακόμη μέχρι
       να φτάσουν
       σπίτι. Πολλά
       χιλιόμετρα
       μιας
       λεωφόρου
       όπου
       διέσχιζε
       μονότονα
       ευθεία τους
       πρόποδες
       των βουνών
       και η
       κυκλοφορία
       της ήταν
       πάρα πολύ
       αραιή.
       «Γιατί δεν
       μιλάς;» είπε
       με
       ειλικρινές
       παράπονο η
       Μίριαν
       Σάλιβαν, η
       γυναίκα του,
       όπου
       καθόταν στη
       θέση του
       συνοδηγού.
       «Τι θες να πω;»
       ρώτησε
       κατσουφιασμένα
       ο Μάικλ.
       Η Μίριαν
       ήξερε ότι ο
       άντρας της
       ήταν
       δυστυχισμένος
       λόγω της
       πολύωρης
       οδήγησης
       όπου ήταν
       υποχρεωμένος
       να κάνει. Δεν
       τον
       παρεξηγούσε,
       γι’ αυτό
       προτίμησε
       να του δώσει
       λίγο χρόνο
       πριν του
       κάνει
       κάποια άλλη
       ερώτηση.
       «Πως σου
       φάνηκε η
       Τρέισι;» την
       ρώτησε
       εκείνος
       τελικά μετά
       από πολύ
       λίγο.
       «Σήμερα ήταν
       πολύ πιο
       ανοιχτή
       μαζί μας»
       απάντησε η
       Μίριαν.
       Ο Μάικλ
       φάνηκε να
       συμφωνεί με
       ένα πολύ
       ελαφρύ
       νεύμα του
       κεφαλιού.
       Η Τρέισι
       ήταν η
       κοπέλα όπου
       είχε
       αρραβωνιαστεί
       ο γιoς τους, ο
       Ντάμιεν.
       Μετά από
       έναν χρόνο
       σχέσης,
       μόλις πριν
       από έναν
       μήνα ήταν
       που
       αποφάσισε
       το νεαρό
       ζευγάρι να
       αρραβωνιαστεί.
       Ο Μάικλ και η
       Μίριαν δεν
       ήταν
       απόλυτα
       σίγουροι
       για την
       απόφαση
       αυτή του
       γιου τους
       καθώς
       θεωρούσαν
       ότι η κίνηση
       ήταν αρκετά
       βιαστική
       και οι ίδιοι
       δεν είχαν
       συναντηθεί
       πολλές
       φορές με την
       Τρέισι ώστε
       να τους
       κερδίσει
       την
       εμπιστοσύνη.
       Πιο
       συγκεκριμένα,
       ήταν πολλά
       τα στοιχεία
       πάνω στον
       χαρακτήρα
       της όπου δεν
       άρεσαν ούτε
       στον Μάικλ,
       ούτε στη
       Μίριαν.
       Προκειμένου
       λοιπόν να
       την
       γνωρίσουν
       καλύτερα, ο
       γιός τους
       σήμερα τους
       είχε
       καλέσει να
       φάνε στο
       σπίτι τους,
       το οποίο
       ήταν κάτι
       παραπάνω
       από μια ώρα
       δρόμος από
       το δικό τους
       σπίτι. Τα
       παιδιά τους
       υποδέχτηκαν
       με μεγάλη
       χαρά. Έφαγαν
       και οι
       τέσσερις
       μαζί στο
       τραπέζι,
       συζήτησαν
       για κάποια
       ώρα στο
       σαλόνι και
       πέρασαν όλο
       το υπόλοιπο
       απόγευμα
       καθισμένοι
       στον κήπο με
       ένα ποτό στο
       χέρι ο
       καθένας.
       Όσο το μυαλό
       της
       ταξίδευε, η
       Μίριαν
       κοίταζε έξω
       από το
       παράθυρο
       του
       συνοδηγού.
       Από τη δική
       της πλευρά,
       το μόνο που
       μπορούσε να
       αντικρίσει
       έξω από το
       παράθυρο
       της ήταν τα
       βράχια του
       βουνού, οι
       πρόποδες
       του οποίου
       ξεκίναγαν
       δέκα
       περίπου
       μέτρα
       μακριά από
       το
       αυτοκίνητο.
       Από το άλλο
       παράθυρο,
       μια ανοιχτή
       έκταση με
       χωράφια
       οδηγούσε
       στην αρχή
       ενός δάσους,
       μισό
       χιλιόμετρο
       μακριά από
       τη λεωφόρο.
       Στο τέλος
       αυτού του
       δάσους
       υψωνόταν
       άλλο ένα
       καταπράσινο
       βουνό,
       συμπληρώνοντας
       με την
       παρουσία
       του μια
       όμορφη,
       καταπληκτική
       καλοκαιρινή
       θέα.
       «Φαίνεται
       ότι ο
       Ντάμιεν
       είναι πολύ
       ευτυχισμένος
       μαζί της»,
       είπε κάπως
       χαμηλόφωνα
       ο Μάικλ.
       Η Μίριαν
       γύρισε προς
       το μέρος του
       και μόλις το
       έκανε αυτό,
       απόλυτο
       σκοτάδι
       έπεσε στα
       μάτια της
       και τον
       έχασε. Το
       αυτοκίνητο
       είχε μόλις
       μπει σε ένα
       σχετικά
       μικρό
       τούνελ, το
       οποίο είχε
       ελάχιστο
       φωτισμό, έως
       και καθόλου
       σε κάποια
       σημεία.
       Μόλις
       προσαρμόστηκαν
       τα μάτια της
       στην
       απότομη
       αλλαγή αυτή,
       του είπε:
       «Δεν τον έχω
       δει ξανά
       έτσι».
       Ο γιος τους
       δεν είχε
       ποτέ πολλές
       σχέσεις στα
       νιάτα του
       και η
       αλήθεια
       είναι πως σε
       σύγκριση με
       όσες τον
       είχαν δει
       τότε, ποτέ
       δεν τον
       είχαν δει να
       συμπεριφέρεται
       και να
       χαμογελάει
       έτσι.
       Φαίνεται
       ότι αυτή η
       κοπέλα είχε
       κάτι
       ιδιαίτερο,
       κάτι που τον
       ολοκλήρωνε,
       κάτι που οι
       γονείς του
       ακόμη δεν
       είχαν
       εντοπίσει,
       αλλά μετά τη
       σημερινή
       επίσκεψη
       είχαν
       αρχίσει να
       το βλέπουν.
       «Ίσως θα
       πρέπει να το
       δεχτούμε…»
       είπε σχεδόν
       μουρμουρητά
       ο Μάικλ.
       Η Μίριαν
       γύρισε ξανά
       έξω από το
       παράθυρο
       της. Το τοπίο
       είχε
       αλλάξει
       κάπως. Οι
       πρόποδες
       του βουνού
       είχαν φύγει
       και την θέση
       τους πήρε
       ένα βαθύ,
       σκοτεινό
       δάσος με
       ψηλά δέντρα
       διαφορετικών
       ειδών.
       Έμοιαζε
       τρομαχτικό,
       κυρίως λόγω
       του ότι δεν
       είχαν
       συναντήσει
       άλλο
       αυτοκίνητο
       σχεδόν από
       την ώρα που
       μπήκαν σε
       αυτόν τον
       αυτοκινητόδρομο
       και η σκέψη
       ότι ήταν
       εντελώς
       μόνοι τους
       εκεί ήταν
       έντονη. Το
       μόνο που
       χώριζε το
       άγριο δάσος
       από το
       τσιμέντο
       του δρόμου
       ήταν ένα
       μικρό, αλλά
       απότομο
       χαντάκι το
       οποίο ήταν
       γεμάτο
       σκουπίδια
       και κομμένα
       κλαδιά.
       «Ακόμη όμως
       είμαι πολύ
       σκεπτικός
       για αυτόν
       τον
       αρραβώνα»,
       είπε ξανά ο
       Μάικλ καθώς
       έστριβε το
       τιμόνι
       αριστερά σε
       μια από τις
       λίγες
       στροφές που
       είχε αυτός ο
       αυτοκινητόδρομος.
       «Κι εγώ, αγάπη
       μου πιστεύω
       ότι είναι
       πολύ νωρίς
       για να γίνει
       κάτι τέτοιο
       για τον γιο
       μας. Πιστεύω
       ότι δεν
       χρειάζεται
       να βιαστεί
       πάνω σε αυτό,
       όμως δεν
       είναι κακή
       κοπέλα και
       έρχεται από
       καλή
       οικογένεια
       με καλούς
       γονείς. Μετά
       τη σημερινή
       συνάντηση,
       έχω αρχίσει
       και βλέπω τα
       πράγματα
       πιο σοβαρά
       και βλέπω
       ότι ο γιος
       μας είναι
       αληθινά
       ευτυχισμένος!»
       Η Μίριαν
       θυμήθηκε
       πως καθόταν
       στον κήπο, με
       το λικέρ της
       στο χέρι και
       με το
       ξυπόλητο
       της πόδι να
       χαϊδεύει το
       γρασίδι.
       Δίπλα της, σε
       μια
       αναδιπλούμενη
       μεταλλική
       καρέκλα
       καθόταν ο
       Μάικλ και
       απέναντι
       τους ο γιος
       τους με την
       Τρέισι.
       Καθώς
       κοίταζε το
       νεαρό
       ζευγάρι η
       Μίριαν,
       διάφορες
       σκέψεις
       πέρναγαν
       από το μυαλό
       της. Όμως το
       βλέμμα της
       καρφώθηκε
       πάνω τους
       όταν έκανε
       μια
       παρατήρηση.
       Βλέποντας
       το χαμόγελο
       της Τρέισι,
       βλέποντας
       τον τρόπο
       που κοίταζε
       τον Ντάμιεν,
       παρατηρώντας
       τον τρόπο
       που τον
       άγγιζε, της
       θύμισε… της
       θύμισε
       εκείνη.
       Το ίδιο
       βλέμμα είχε
       και η ίδια
       όταν έβλεπε
       τον Μάικλ
       όταν ήταν
       νέοι. Με τον
       ίδιο τρόπο
       φωτιζόταν
       το πρόσωπο
       της όταν της
       μίλαγε. Με
       τον ίδιο
       τρόπο ήθελε
       να τον
       αγγίζει
       όταν ήταν
       μαζί. Και
       εκείνη τον
       αγάπαγε και
       τον αγαπάει
       ακόμη
       πραγματικά.
       Βλέποντας
       απέναντι
       της τον
       Ντάμιεν με
       την Τρέισι,
       αναγνώρισε
       κάπου τον
       εαυτό της.
       Αναγνώρισε
       ότι εκείνη η
       κοπέλα, που
       τόσο
       βιαστικά
       μπήκε στη
       ζωή του γιου
       τους και
       μέσα σε έναν
       χρόνο τους
       τον πήρε και
       ζουν πλέον
       μαζί,
       φαίνεται
       ότι τον
       αγαπάει και
       τον
       νοιάζεται
       πραγματικά.
       Εκείνη ήταν
       η στιγμή
       όπου είδε
       ότι τα
       πράγματα
       μεταξύ τους
       είναι
       σοβαρά. Από
       εκείνη τη
       στιγμή
       άρχισε να
       βλέπει την
       κατάσταση
       διαφορετικά
       και να
       αναγνωρίζει
       ότι τελικά η
       Τρέισι
       φροντίζει
       και αγαπάει
       τον γιο τους.
       Ότι τελικά
       μπορεί να
       είναι
       "εκείνη"…
       «Κι όμως αυτό
       θα
       καταλήξει
       λάθος…»
       επέμεινε ο
       Μάικλ.
       «Μην είσαι
       τόσο
       αρνητικός»
       του
       απάντησε
       κάπως
       απότομα η
       Μίριαν.
       «Γιατί
       θέλεις να
       γρουσουζέψεις
       τα πράγματα
       για τα
       παιδιά από
       τώρα; Μην το
       κάνεις αυτό!»
       Η Μίριαν δεν
       πίστευε
       στις
       δεισιδαιμονίες
       ιδιαίτερα
       πολύ,
       πίστευε
       όμως στην
       γκρίνια που
       όταν έπιανε
       πολλές
       φορές τον
       άντρα της
       την
       εκνεύριζε.
       Μετά από
       είκοσι
       πέντε
       χρόνια
       γάμου έχει
       φυσικά
       μάθει όλες
       τις
       ιδιοτροπίες
       του άντρα
       της. Δεν
       είναι όμως
       ιδιότροπος
       άνθρωπος.
       Ακόμα και
       μετά από
       τόσα πολλά
       χρόνια
       γάμου,
       υπάρχουν
       πολλές
       στιγμές
       όπου νιώθει
       ακόμη
       ερωτευμένη
       μαζί του.
       Ακόμη της
       συμπεριφέρεται
       με τόση
       αγάπη,
       συνέχεια
       είναι δίπλα
       της και την
       στηρίζει,
       δείχνει το
       ενδιαφέρον
       του για
       εκείνη και
       πολλές
       φορές της
       ετοιμάζει
       μικρές
       εκπλήξεις ή
       βόλτες.
       «Απλά βλέπω
       ότι τα
       πράγματα
       πάνε προς τα
       εκεί»
       συνέχισε σε
       πιο ήρεμο
       τόνο η
       Μίριαν «και ο
       δικός μας ο
       ρόλος είναι
       να τους
       στηρίξουμε
       στην
       επιλογή που
       έχουν κάνει».
       Συνήθως
       ήταν εκείνη
       όπου άκουγε
       καθώς ο
       άντρας της
       διεύθυνε
       τις
       συζητήσεις,
       αυτήν την
       φορά όμως
       φαίνεται
       ότι τον ρόλο
       αυτόν τον
       είχε
       αναλάβει
       εκείνη. Από
       την ώρα που
       είχαν μπει
       μέσα στο
       αυτοκίνητο
       και λίγο πιο
       μετά, ο Μάικλ
       ήταν
       ασυνήθιστα
       σιωπηλός
       και
       περιόριζε
       αυτά που
       έλεγε σε
       σύντομες
       προτάσεις.
       Ξαφνικά,
       καθώς το
       αυτοκίνητο
       έμπαινε σε
       μια δεύτερη
       συνεχόμενη
       αριστερή
       στροφή, το
       εμπρός δεξί
       λάστιχο
       βγήκε εκτός
       δρόμου,
       γλιστρώντας
       πάνω στη
       στενή
       λωρίδα
       χώματος και
       σκουπιδιών
       που χώριζε
       την άσφαλτο
       από το
       χαντάκι και
       αφήνοντας
       ένα μικρό
       σύννεφο
       σκόνης πίσω
       από τη ρόδα. Η
       Μίριαν,
       βλέποντας
       από το
       μπροστινό
       παράθυρο
       ότι το
       αυτοκίνητο
       κινούταν
       ευθεία προς
       τα χωράφια
       με κίνδυνο
       να
       ντεραπάρει,
       τέντωσε τα
       χέρια της
       στο ταμπλό
       και με
       δυσκολία
       συγκράτησε
       ένα
       ουρλιαχτό. Ο
       Μάικλ,
       ψύχραιμα,
       άφησε το
       πόδι του από
       το γκάζι και
       έστριψε το
       τιμόνι
       περισσότερο
       προς τα
       αριστερά. Το
       αυτοκίνητο
       κινήθηκε
       για λίγα
       μέτρα ακόμη
       μερικά
       εκατοστά
       μακριά από
       το χαντάκι,
       αλλά ομαλά
       επανήλθε
       πάνω στο
       οδόστρωμα,
       συνεχίζοντας
       την πορεία
       του με
       χαμηλότερη
       ταχύτητα. Η
       Μίριαν
       γύρισε προς
       το μέρος του
       Μάικλ με
       βλέμμα
       πραγματικής
       ανησυχίας.
       Εκείνος, με
       το βλέμμα
       ακόμη
       καρφωμένο
       μπροστά, δεν
       σταμάτησε
       το
       αυτοκίνητο,
       αλλά
       συνέχισε να
       οδηγεί
       μπροστά,
       ανακτώντας
       πάλι την
       ταχύτητα
       του.
       «Τι έγινε
       εκεί;» ρώτησε
       η Μίριαν.
       Ο Μάικλ δεν
       είπε τίποτα.
       Εκείνος
       είχε ακόμη
       το βλέμμα
       καρφωμένο
       μπροστά
       στον δρόμο
       και τα χέρια
       σφιχτά στο
       τιμόνι. Δεν
       αντέδρασε
       καν στην
       ερώτηση της.
       Εκείνη
       συνέχιζε να
       τον
       κοιτάζει,
       περισσότερο
       παραξενεμένη
       με την
       συμπεριφορά
       του άντρα
       της παρά
       τρομαγμένη
       για αυτό μου
       μόλις έγινε.
       Κάτι…
       Κάτι ήταν
       διαφορετικό
       επάνω του.
       Κάτι
       φαινόταν σα
       να μην
       πήγαινε
       καλά…
       «Μάικλ, τι
       συνέβη;»
       δοκίμασε
       ξανά. Καμία
       αντίδραση.
       Το βλέμμα
       του
       παρέμενε
       καρφωμένο
       μπροστά,
       χωρίς να
       κουνήσει μυ
       στο άκουσμα
       του
       ονόματος
       του από τη
       γυναίκα του.
       Η Μίριαν
       άρχισε
       πραγματικά
       να ανησυχεί,
       ίσως και να
       φοβάται.
       Έχοντας
       σχεδόν
       ξεχάσει ότι
       πριν
       ελάχιστα
       λεπτά
       παραλίγο το
       αυτοκίνητο
       να βγει
       εντελώς
       εκτός
       δρόμου, με
       κίνδυνο να
       τραυματιστούν
       σοβαρά,
       επικέντρωσε
       το όλο και
       πιο ανήσυχο
       βλέμμα της
       στον άντρα
       της. Ήταν
       καλός
       οδηγός. Δεν
       μπορεί να
       έχασε τον
       έλεγχο του
       αυτοκινήτου
       με τέτοια
       χαμηλή
       ταχύτητα
       και σε τόσο
       απλή στροφή.
       Βέβαια,
       μπορεί το
       μυαλό του να
       ξεχάστηκε
       με την όλη
       συζήτηση
       και όντως να
       οδήγησε το
       αυτοκίνητο
       στην άκρη
       του δρόμου.
       Αυτό δεν
       αποκλείεται,
       όμως δεν
       ήταν μόνο
       αυτό. Ένιωθε
       τον άντρα
       της κάπως
       απομακρυσμένο
       από τη
       στιγμή που
       έφυγαν από
       το σπίτι του
       γιού τους.
       Ένιωθε την
       ατμόσφαιρα
       μέσα στο
       αυτοκίνητο
       απόκοσμη
       και
       ταυτόχρονα
       αποπνικτική.
       «Μάικλ;» είπε
       άλλη μια
       φορά,
       πραγματικά
       ανήσυχη και
       φοβισμένη,
       απλώνοντας
       το χέρι της
       στον ώμο του.
       «Όλα είναι
       καλά» είπε
       αυτός μόλις
       το χέρι της
       τον άγγιξε,
       με μια
       μονότονη
       φωνή που στα
       αυτιά της
       Μίριαν
       ακούστηκε
       σαν να
       μίλησε από
       χιλιόμετρα
       μακριά.
       «Συγγνώμη».
       Η Μίριαν δεν
       ήξερε τι να
       απαντήσει
       και τράβηξε
       πάλι πίσω το
       χέρι της
       πολύ
       διστακτικά,
       σχεδόν
       τρέμοντας.
       Κοίταξε
       πάλι
       μπροστά, έξω
       από το
       μπροστινό
       τζάμι του
       αυτοκινήτου,
       ενώ στην
       πραγματικότητα
       δεν κοίταζε
       τίποτα. Το
       μυαλό της
       δεν
       μπορούσε να
       σκεφτεί και
       ασυναίσθητα
       είχε
       μαζευτεί
       πάνω στο
       κάθισμα.
       Κάτι
       προβλημάτιζε
       έντονα τον
       άντρα της
       αλλά
       εκείνος δεν
       το
       παραδεχόταν.
       Ήταν η πρώτη
       φορά στα
       τόσα χρόνια
       που δεν της
       μίλαγε για
       κάτι που τον
       προβλημάτιζε.
       Προσπάθησε
       να διώξει το
       μυαλό της
       από αυτό το
       θέμα και να
       αλλάξει το
       θέμα της
       συζήτησης.
       Ήταν
       σίγουρη πως
       οτιδήποτε
       είχε στο
       μυαλό του ο
       Μάικλ θα της
       το έλεγε
       όταν
       έφταναν
       σπίτι. Απλά,
       έπρεπε να
       τον
       προσέχει
       στην
       υπόλοιπη
       διαδρομή
       μην
       ξεχαστεί
       και χάσει
       πάλι τον
       έλεγχο και
       έτσι
       αποφάσισε
       να τον κάνει
       να ξεχαστεί
       λίγο και να
       τον
       ηρεμήσει.
       Άπλωσε το
       χέρι της και
       πάτησε το
       κουμπί του
       ραδιοφώνου.
       «Ας
       ακούσουμε
       λίγο
       μουσική να
       ξεχαστούμε
       και οι δύο».
       Ενώ το
       ραδιόφωνο
       άνοιξε,
       τίποτα δεν
       ακούστηκε
       από τα ηχεία
       του
       αυτοκινήτου.
       Ανέβασε
       λίγο
       περισσότερο
       την ένταση
       αλλά και
       πάλι η
       απόλυτη
       σιωπή. Έψαξε
       λίγο τους
       σταθμούς,
       όμως
       φαινόταν
       ότι κανένας
       δεν έπιανε
       στο σημείο
       όπου
       οδηγούσαν.
       Το παράξενο
       ήταν πως
       αντί για τα
       γνωστά
       παράσιτα,
       δεν
       ακουγόταν
       απολύτως
       τίποτα από
       τα ηχεία. Η
       απόλυτη
       σιωπή.
       Απογοητευμένη,
       έκλεισε
       πάλι το
       ραδιόφωνο
       και
       ακούμπησε
       πίσω την
       πλάτη της
       στο κάθισμα,
       σκεπτόμενη
       ότι αυτό
       συμβαίνει
       όταν
       βρίσκονται
       σε μια
       περιοχή στη
       μέση του
       πουθενά,
       περιτριγυρισμένοι
       μόνο από
       ψηλά βουνά
       και δάση.
       «Δεν πιάνει…»
       Ήταν η φωνή
       του άντρα
       της, χαμηλή
       και
       μονότονη. Η
       Μίριαν
       κοίταξε
       απότομα
       προς το
       μέρος του. Το
       σχόλιο του
       Μάικλ ήταν
       σωστό, όμως ο
       τρόπος που
       το είπε…
       Έκανε να
       ανοίξει το
       στόμα της να
       του μιλήσει,
       όμως η φωνή
       της διεκόπη
       όταν είδε
       έξω από το
       αυτοκίνητο,
       λίγα μέτρα
       πιο μπροστά
       τους, ένα
       σταματημένο
       ασθενοφόρο
       στην άκρη
       του δρόμου
       με τους
       φάρους του
       να
       αναβοσβήνουν
       και δίπλα
       του ένα
       αυτοκίνητο,
       γυρισμένο
       στο πλάι
       μέσα στο
       χαντάκι.
       Καθώς
       περνούσαν
       δίπλα από το
       ασθενοφόρο
       με χαμηλή
       ταχύτητα, η
       Μίριαν
       έβλεπε μόνο
       το κάτω
       μέρος του
       αυτοκινήτου,
       καθώς ήταν
       γυρισμένο
       στο πλάι, και
       δίπλα από το
       αυτοκίνητο
       τους
       νοσοκόμους
       που είχαν
       μαζευτεί.
       Ανάμεσα από
       τους δύο
       νοσοκόμους
       που ήταν
       όρθιοι
       κατάφερε να
       διακρίνει
       και άλλους
       δύο, οι
       οποίοι ήταν
       γονατισμένοι
       πάνω από ένα
       άτομο που
       ήταν
       ξαπλωμένο
       στο έδαφος
       και
       προσπαθούσαν
       να του
       κλείσουν
       τις πληγές.
       Δίπλα σε
       αυτό το
       άτομο
       βρισκόταν
       άλλο ένα, το
       οποίο ήταν
       ολόκληρο
       σκεπασμένο
       με ένα λευκό,
       λερωμένο με
       κόκκινα
       σημάδια
       αίματος,
       σεντόνι και
       εντελώς
       ακίνητο.
       Φαίνεται
       ότι όποιοι
       και να ήταν
       αυτοί οι δύο,
       ότι και να
       έγινε ώστε
       το
       αυτοκίνητο
       τους να
       ντεραπάρει
       έτσι, είχαν
       τραυματιστεί
       σοβαρά και ο
       ένας μάλλον
       είχε
       σκοτωθεί. Με
       αυτήν την
       τρομακτική
       και θλιβερή
       σκέψη στο
       μυαλό της, η
       Μίριαν
       γύρισε το
       σώμα της και
       πάλι
       μπροστά,
       καθώς τους
       είχαν πλέον
       προσπεράσει
       και δεν
       κατάφερε να
       διακρίνει
       περισσότερα.
       Κοίταξε από
       τον δεξί
       καθρέφτη
       του
       αυτοκινήτου,
       αλλά
       διέκρινε
       πλέον μόνο
       τις
       φιγούρες
       τους. Έβλεπε
       ακόμη το
       γυρισμένο
       και σε κακή
       κατάσταση
       αυτοκίνητο
       και δίπλα
       του, τις δύο
       ξαπλωμένες
       φιγούρες,
       πάνω από τη
       μια οι
       νοσοκόμοι
       προσπαθούσαν
       ακόμη να
       βοηθήσουν.
       «Φτάνουμε…»
       Αυτή ήταν
       πάλι η
       χαμηλή και
       μονότονη
       φωνή του
       άντρα της.
       Κοίταζε
       ίσια
       μπροστά, με
       τα χέρια
       καρφωμένα
       στο τιμόνι.
       Αυτή τη φορά,
       δεν ήταν
       μόνο ο
       τρόπος που
       μίλησε. Ήταν
       και το τι
       είπε…
       Φτάνουμε;
       Πως γίνεται
       να φτάνουμε;
       Το σπίτι
       απέχει πάρα
       πολλά
       χιλιόμετρα
       μακριά από
       εδώ.
       Άρα, που
       φτάνουμε;
       «Μάικλ… Τι στο
       καλό έχεις
       πάθει;»
       ρώτησε
       αρκετά
       απότομα η
       Μίριαν, όμως
       πριν καλά
       καλά
       ολοκληρώσει
       την
       τελευταία
       λέξη, ο χώρος
       γύρω της
       έγινε ξανά
       σκοτεινός.
       Είχαν μπει
       σε άλλο ένα
       τούνελ.
       "Από που
       βρέθηκε
       αυτό το
       τούνελ;"
       σκέφτηκε η
       Μίριαν.
       Πέρασαν
       λίγα
       δευτερόλεπτα
       μέχρι το
       αυτοκίνητο
       να βγει από
       το δίχως
       φωτισμό
       τούνελ.
       Μόλις
       βρέθηκαν
       ξανά στο
       ηλιόλουστο
       φως, η Μίριαν
       γύρισε προς
       το μέρος του
       άντρα της.
       «Ίσως θα
       πρέπει να το
       δεχτούμε…»
       είπε σχεδόν
       μουρμουρητά
       ο Μάικλ.
       "Να δεχτούμε
       τι;" σκέφτηκε
       πραγματικά
       μπερδεμένη
       η Μίριαν. "Για
       ποιο πράγμα
       μιλάει;"
       Της πήρε
       λίγο χρόνο,
       όμως
       κατάλαβε
       ότι ο Μάικλ
       πιθανότατα
       μίλαγε πάλι
       για τον γιο
       τους και την
       κατάσταση
       τους με την
       Τρέισι.
       «Πάλι γι’ αυτό
       μιλάς;» τον
       ρώτησε
       μιλώντας
       δυνατά και
       σιγουρεύοντας
       ότι έβαλε
       και έναν
       επιθετικό
       τόνο στη
       φωνή της.
       Έμεινε να
       τον
       κοιτάζει
       για κάποια
       δευτερόλεπτα
       καθώς
       εκείνος
       συνέχιζε να
       οδηγεί το
       αυτοκίνητο
       γύρω από τις
       στροφές με
       το βλέμμα
       καρφωμένο
       μπροστά του.
       Για κάποια
       ώρα, κανένας
       δεν μίλησε
       και η Μίριαν
       είχε μείνει
       να τον
       κοιτάζει.
       «Ακόμη όμως
       είμαι πολύ
       σκεπτικός
       για αυτόν
       τον
       αρραβώνα»,
       είπε ξανά ο
       Μάικλ.
       «Μάικλ, το
       ίδιο είμαι
       κι εγώ, αλλά
       τα είπαμε
       αυτά» του
       είπε η
       Μίριαν
       επιτακτικά.
       «Πρέπει όμως
       να το
       δεχτούμε
       και να
       στηρίξουμε
       τον γιο μας.
       Αυτή τη
       στιγμή
       θέλει την
       υποστήριξη
       μας. Αλλά
       καλύτερα να
       το
       συζητήσουμε
       αυτό όταν
       φτάσουμε
       σπίτι».
       Ο Μάικλ δεν
       απάντησε.
       Ούτε καν
       κουνήθηκε.
       Συνέχισε να
       έχει το
       βλέμμα
       καρφωμένο
       μπροστά και
       τα χέρια
       σφιχτά πάνω
       στο τιμόνι. Η
       ταχύτητα
       του
       αυτοκινήτου
       ήταν
       σταθερή και
       μονότονη,
       όπως η φωνή
       του κάθε
       φορά που
       μίλαγε.
       «Μάικλ, είσαι
       σίγουρα
       καλά;»
       Άπλωσε το
       χέρι της
       πραγματικά
       ανήσυχη,
       προσπαθώντας
       να τον
       ακουμπήσει
       ξανά στον
       ώμο.
       «Κι όμως αυτό
       θα
       καταλήξει
       λάθος…»
       επέμεινε ο
       Μάικλ.
       Το χέρι της
       Μίριαν
       έμεινε
       παγωμένο
       στον αέρα
       ακούγοντας
       αυτά τα
       λόγια. Μια
       πολύ έντονη
       αίσθηση dejavu
       πλημμύρισε
       ολόκληρο το
       σώμα της.
       Αυτά τα
       λόγια…
       Όχι…
       Αυτή η
       συζήτηση…
       Ολόκληρη η
       συζήτηση…
       Έχει γίνει
       ξανά, πριν
       λίγη ώρα, με
       τα ίδια
       ακριβώς
       λόγια, με την
       ίδια
       ακριβώς
       έκφραση. Ο
       Μάικλ
       επανέλαβε
       τα λόγια του…
       Η Μίριαν
       έχει νιώσει
       αυτήν την
       αίσθηση dejavu
       αρκετές
       φορές στο
       παρελθόν,
       όπως
       πιθανότατα
       κάθε
       άνθρωπος.
       Όμως, όταν
       συνέβαινε
       αυτό στο
       παρελθόν,
       ήταν απλώς
       μια αίσθηση
       και τα
       γεγονότα
       γύρω της
       εξελίσσονταν
       φυσιολογικά.
       Αυτή τη φορά
       όμως, ο
       άντρας της
       έδειχνε σαν
       να μην
       ανταποκρινόταν
       σε αυτά που
       του έλεγε.
       Όχι μόνο δεν
       της
       απάνταγε,
       αλλά δεν της
       έδινε καμία
       σημασία. Σαν
       να μην ήταν
       εκείνη εκεί.
       Όχι…
       Σαν να μην
       ήταν
       εκείνος
       εκεί…
       Από την αρχή
       της
       φαινόταν
       απόμακρος,
       όμως εδώ και
       λίγη ώρα
       φαινόταν
       σαν να μην
       βρισκόταν
       καν εκεί. Το
       μυαλό του
       βρισκόταν
       εντελώς
       αλλού.
       Ένιωσε μια
       παγωνιά
       μέσα της με
       αυτές τις
       σκέψεις. Η
       αναπνοή της
       έγινε πιο
       βαριά, όσο η
       ατμόσφαιρα
       μέσα στο
       αυτοκίνητο
       γινόταν
       ακόμη πιο
       αποπνικτική…
       Και
       απόκοσμη…
       Ήταν έτοιμη
       να
       ουρλιάξει
       στον άντρα
       της,
       προκειμένου
       να του
       τραβήξει
       επιτέλους
       την προσοχή,
       όταν είδε
       έξω από το
       μπροστινό
       τζάμι ένα
       σταματημένο
       ασθενοφόρο
       στην άκρη
       του δρόμου
       με τους
       φάρους του
       να
       αναβοσβήνουν
       και δίπλα
       του ένα
       αυτοκίνητο,
       γυρισμένο
       στο πλάι
       μέσα στο
       χαντάκι.
       Ολόκληρο το
       σώμα της
       Μίριαν
       κοκκάλωσε
       και τα μάτια
       της
       γούρλωσαν,
       βλέποντας
       ένα σκηνικό
       το οποίο
       υποτίθεται
       ότι το είχαν
       προσπεράσει
       αρκετά
       μέτρα πιο
       πίσω.
       Τι
       συνέβαινε;
       Της έπαιζε ο
       άντρας της
       κάποιο
       άρρωστο
       αστείο; Ο
       δρόμος δεν
       είχε καμία
       διασταύρωση
       και πήγαινε
       μόνο ευθεία.
       Το
       αυτοκίνητο
       δεν έστριψε
       σε καμία
       στροφή, ώστε
       να έχουν
       κάνει τον
       κύκλο και να
       έχουν
       φτάσει πάλι
       στο ίδιο
       σημείο,
       προκειμένου
       ο Μάικλ να
       της κάνει
       κάποια
       φάρσα.
       Οδηγούσαν
       μόνο ευθεία!
       Κι όμως,
       ακόμη και το
       ασθενοφόρο
       να μην ήταν
       το ίδιο, ήταν
       σίγουρη ότι
       το
       γυρισμένο
       στο πλάι
       αυτοκίνητο
       ήταν το ίδιο.
       Καθώς τους
       κοίταζε από
       το πλαϊνό
       τζάμι να
       περνάνε σαν
       σε αργή
       κίνηση, είδε
       ότι ήταν οι
       ίδιοι δύο
       νοσοκόμοι
       όρθιοι
       δίπλα στο
       αυτοκίνητο
       και οι δύο
       ίδιοι
       νοσοκόμοι
       γονατισμένοι
       πάνω από ένα
       ίδιο άτομο
       ξαπλωμένο
       και
       αιμόφυρτο
       πάνω στο
       έδαφος,
       προσπαθώντας
       να του
       προσφέρουν
       τις πρώτες
       βοήθειες.
       Δίπλα στο
       ίδιο
       ξαπλωμένο
       άτομο
       βρισκόταν
       ένα άλλο
       ίδιο άτομο,
       σκεπασμένο
       με το ίδιο
       λευκό
       σεντόνι,
       καθώς τα
       κόκκινα
       σημάδια από
       το αίμα ήταν
       στα ίδια
       σημεία.
       «Τι
       συμβαίνει
       εδώ;»
       μουρμούρισε
       η Μίριαν
       στον εαυτό
       της. Καθώς
       προσπερνούσαν
       με αργή
       ταχύτητα το
       σημείο του
       ατυχήματος,
       κοίταξε
       ξανά από τον
       δεξί
       καθρέπτη.
       Της φάνηκε
       ότι οι
       φιγούρες
       έκαναν
       πλέον τις
       ίδιες
       κινήσεις.
       Όχι, αυτό δεν
       γίνεται να
       είναι
       κάποια
       φάρσα. Κάτι
       πολύ σοβαρό
       και πολύ…
       πραγματικό
       συμβαίνει
       εδώ. Είχε
       αρχίσει
       όντως να
       τρομοκρατείται.
       «Φτάνουμε…»
       Η Μίριαν
       γύρισε
       απότομα το
       κεφάλι της
       από τον δεξί
       καθρέπτη
       στον οποίο
       είχε
       κολλήσει το
       βλέμμα της
       ασυναίσθητα
       και κοίταξε
       με τρόμο τον
       άντρα της.
       Εκείνος
       φαινόταν
       σαν να μην
       είχε πάρει
       χαμπάρι
       τίποτα και
       συνέχιζε
       την οδήγηση
       του σαν… σαν…
       ρομπότ.
       Πάλι αυτή η
       μονότονη
       λέξη από τα
       χείλη του
       Μάικλ…
       Φτάνουμε…
       Ένιωθε την
       καρδιά της
       να χτυπάει
       σαν τρελή
       μέσα στο
       στήθος της.
       Κάτι έτρεχε.
       Κάτι έτρεχε
       με τον άντρα
       της. Γιατί τα
       ζούσε όλα
       αυτά ξανά;
       Γιατί
       εκείνος δεν
       την άκουγε
       και δεν
       αντιδρούσε
       σε ότι και να
       του έλεγε;
       Πως βρέθηκε
       μέσα σε
       αυτήν την
       λούπα στην
       οποία ο
       άντρας της
       και όλα γύρω
       τους, εκτός
       από την ίδια,
       επαναλαμβανόντουσαν;
       Γιατί;
       Πως θα
       κατέληγε
       αυτή η
       ιστορία και
       πως θα
       ξεκόλλαγε
       από αυτήν;
       Φτάνουμε…
       Τι εννοούσε
       με αυτό ο
       Μάικλ; Που
       έφταναν;
       Έφταναν στο
       τέλος αυτής
       της λούπας
       και θα
       συνέχιζε τη
       ζωή της
       κανονικά;
       Φτάνουμε…
       Γιατί ήταν η
       μόνη που
       είχε
       συναίσθηση
       του τι
       συνέβαινε;
       Μήπως από
       εδώ και πέρα
       θα συνέχιζε
       ο χρόνος
       κανονικά;
       Φτάνουμε…
       Πως είναι
       δυνατόν να
       συμβαίνει
       κάτι τέτοιο;
       Δεν είχε
       ακούσει
       ποτέ ξανά
       στη ζωή της
       περιστατικό
       στο οποίο
       άνθρωποι να
       έχουν
       κολλήσει σε
       μια χρονική
       λούπα. Μήπως
       επειδή οι
       άνθρωποι
       αυτοί δεν
       κατάφεραν
       ποτέ να
       βγουν από
       αυτήν;
       Φτάνουμε…
       Μήπως κάνει
       λάθος για
       όλα αυτά και
       τίποτε από
       αυτά δεν
       συμβαίνει
       πραγματικά;
       Μήπως όλα
       αυτά τα
       φαντάζεται
       και τα
       ονειρεύεται;
       Την
       προηγούμενη
       φορά που ο
       Μάικλ είπε
       αυτήν την
       λέξη ήταν…
       …ήταν λίγο
       πριν μπουν
       μέσα στο
       τούνελ…
       Μόλις έκανε
       αυτήν την
       σκέψη, το
       εσωτερικό
       του
       αυτοκινήτου
       σκοτείνιασε
       ξανά.
       Είχαν μπει
       για άλλη μια
       φορά σε αυτό
       το σύντομο,
       με κακό
       φωτισμό
       τούνελ.
       Όσο το
       αυτοκίνητο
       το διέσχιζε,
       η ανάσα της
       Μίριαν
       πήγαινε σαν
       τρελή και
       ένιωθε το
       αίμα της να
       τρέχει σαν
       τρελό μέσα
       στις φλέβες
       της από τον
       πανικό που
       είχε
       ξεκινήσει
       να την
       καταλαμβάνει.
       Όταν το
       αυτοκίνητο
       βγήκε ξανά
       στο φως, η
       Μίριαν
       κοίταξε το
       τοπίο γύρω
       τους.
       Διαπίστωσε
       ότι ήταν
       ακριβώς το
       ίδιο με όταν
       βγήκαν για
       πρώτη φορά
       από το
       τούνελ.
       «Ίσως θα
       πρέπει να το
       δεχτούμε…»
       είπε σχεδόν
       μουρμουρητά
       ο Μάικλ.
       Η επανάληψη
       είχε
       αρχίσει
       ξανά. Για
       τρίτη φορά…
       «Μάικλ, τι
       συμβαίνει;»
       φώναξε προς
       το μέρος του
       άντρα της,
       τρομοκρατημένη
       και με
       δάκρια στα
       μάτια της.
       «Μάικλ,
       συνήλθε!»
       Άπλωσε τα
       χέρια της
       και άρχισε
       να τον
       ταρακουνάει
       έντονα με
       την ελπίδα
       ότι θα
       συνέλθει.
       Εκείνος, με
       το κεφάλι
       του να
       ταρακουνιέται,
       συνέχιζε να
       μην
       ανταποκρίνεται,
       κοιτάζοντας
       σταθερά
       μπροστά και
       σφίγγοντας
       και με τα δύο
       χέρια το
       τιμόνι.
       «Μάικλ!!»
       ούρλιαξε
       ξανά,
       κουνώντας
       τον πιο
       έντονα.
       «Ακόμη όμως
       είμαι πολύ
       σκεπτικός
       για αυτόν
       τον
       αρραβώνα»,
       είπε ξανά ο
       Μάικλ.
       «Όχι…» μάζεψε
       η Μίριαν τα
       χέρια της να
       σκουπίσει
       τα δάκρια
       που είχαν
       μαζευτεί
       στα μάτια
       της.
       Έκλαιγε από
       τον τρόμο
       της, αλλά
       κυρίως από
       τη μοναξιά
       της. Τι
       έπρεπε να
       κάνει; Πως
       είναι
       δυνατόν να
       ξέρει πως να
       αντιμετωπίσει
       μόνη της
       κάτι τέτοιο;
       Πότε θα
       τελειώσει
       όλο αυτό και,
       κυρίως, τι
       συμβαίνει
       με τον άντρα
       της;
       «Μάικλ!»
       φώναξε ξανά
       μέσα σε
       λυγμούς.
       Εκείνος,
       αντί να
       αποκριθεί,
       αύξησε την
       ταχύτητα
       του
       αυτοκινήτου
       αισθητά.
       Η Μίριαν, σε
       απόγνωση,
       κοίταξε
       τριγύρω της
       στο
       εσωτερικό
       του
       αυτοκινήτου,
       αλλά και έξω,
       σε μια
       προσπάθεια
       να
       καταλάβει
       εάν
       μπορούσε να
       κάνει κάτι
       να το
       σταματήσει
       όλο αυτό. Το
       μόνο που
       κατάφερε να
       διαπιστώσει
       ήταν ότι
       μέσα το
       αυτοκίνητο
       ήταν όπως
       ήταν πάντα
       και ότι έξω ο
       Μάικλ είχε
       αυξήσει
       σημαντικά
       την
       ταχύτητα
       τους.
       «Κι όμως αυτό
       θα
       καταλήξει
       λάθος…»
       επέμεινε ο
       Μάικλ.
       «Γιατί;;»
       ούρλιαξε η
       Μίριαν. Ο
       Μάικλ απλώς
       επαναλάμβανε
       ξανά και
       ξανά τα
       λόγια του,
       σαν
       χαλασμένο
       κασετόφωνο,
       χωρίς να
       περιμένει
       καμία
       απάντηση.
       Τίποτε δεν
       άλλαζε,
       εκτός από
       την
       ταχύτητα
       του
       αυτοκινήτου.
       Αισθανόταν
       σαν να είχε
       χάσει τη
       λογική της
       και είχε
       αρχίσει να
       τρελαίνεται.
       Σύντομα,
       είδε
       μπροστά
       τους το
       σταματημένο
       ασθενοφόρο.
       Το ίδιο
       ασθενοφόρο.
       Με το ίδιο
       αυτοκίνητο
       μπροστά του.
       Και τα ίδια
       άτομα δίπλα
       του να
       κάνουν τις
       ίδιες
       κινήσεις.
       Αυτή τη φορά
       όμως, τους
       προσπέρασαν
       αρκετά πιο
       γρήγορα. Η
       Μίριαν,
       ανάμεσα στα
       θολά από τα
       δάκρια
       μάτια της,
       τους
       κοίταξε
       μονάχα
       φευγαλέα.
       «Φτάσαμε…»
       Η Μίριαν
       κοίταξε
       κοκκαλωμένη
       από τον
       τρόμο τον
       άντρα της.
       Ο τόνος της
       φωνής του
       ήταν το ίδιο
       απόμακρος
       και
       μονότονος
       και εκείνος
       συνέχιζε να
       οδηγεί με
       την ίδια
       ταχύτητα,
       κοιτάζοντας
       προς τα έξω,
       όμως αυτήν
       την φορά
       χρησιμοποίησε
       άλλον χρόνο…
       Φτάσαμε…
       Αυτό ήταν;
       Τελείωσε;
       Το ένστικτο
       της Μίριαν
       της έλεγε
       ότι το
       "φτάσαμε" δεν
       ήταν θετικό
       σημάδι και
       ότι εάν
       πέρναγαν
       για άλλη μια
       φορά εκείνο
       το τούνελ,
       ίσως ήταν η
       τελευταία
       τους.
       Έπρεπε να
       δράσει τώρα.
       «Σταμάτα το
       αυτοκίνητο!»
       ούρλιαξε
       και όρμησε
       προς τον
       Μάικλ.
       Με το ένα της
       χέρι άρπαξε
       το τιμόνι
       ενώ με το
       άλλο
       τράβηξε
       προς τα πάνω
       το
       χειρόφρενο
       με όση
       δύναμη της
       έδινε το
       κουράγιο
       που της
       απέμεινε. Οι
       ρόδες
       μπλόκαραν
       και το
       αυτοκίνητο
       έχασε τον
       έλεγχο του. Η
       Μίριαν
       προσπάθησε
       να
       διατηρήσει
       το
       αυτοκίνητο
       ευθεία πάνω
       στον δρόμο,
       κρατώντας
       το τιμόνι
       πλέον και με
       τα δύο χέρια.
       Τα λάστιχα
       ούρλιαξαν
       και το
       αυτοκίνητο
       ταλαντώθηκε
       από τα δεξιά
       προς τα
       αριστερά,
       όμως τελικά
       ακινητοποιήθηκε
       σύντομα,
       χωρίς να
       βγει από τον
       δρόμο. Η
       μυρωδιά του
       καμένου
       λάστιχου
       αμέσως
       πλημμύρισε
       τον χώρο.
       Η Μίριαν, με
       ανακούφιση,
       άφησε το
       τιμόνι και
       προσπάθησε
       να βγει από
       το
       αυτοκίνητο.
       Η πόρτα
       άνοιξε
       κανονικά
       και βγήκε
       έξω.
       Διαπίστωσε
       ότι τα
       γόνατα της
       λύγισαν από
       τον τρόμο
       και με
       δυσκολία
       κατάφερνε
       να μείνει
       όρθια, όμως
       βασταζόμενη
       από την
       οροφή του
       αυτοκινήτου
       κατάφερε να
       διατηρήσει
       την
       ισορροπία
       της. Ο Μάικλ
       δεν είχε
       αντιδράσει
       καθόλου καθ’
       όλη τη
       διάρκεια.
       Κοίταξε
       προς τα πίσω
       και είδε στο
       βάθος το
       ασθενοφόρο
       και το
       αυτοκίνητο
       μέσα στο
       χαντάκι.
       Έριξε μια
       ματιά στον
       Μάικλ και
       ξεκίνησε να
       περπατάει
       προς τα εκεί,
       αφήνοντας
       διστακτικά
       τον άντρα
       της σαν μια
       άψυχη
       κούκλα μέσα
       στο
       αυτοκίνητο
       τους.
       Με τα πόδια
       της ακόμη να
       τρέμουν, η
       Μίριαν
       πλησίαζε
       σιγά σιγά
       και κοίταζε
       το
       αυτοκίνητο
       που είχε
       βγει από τον
       δρόμο και
       είχε πέσει
       με το πλάι
       μέσα στο
       χαντάκι. Από
       τις ζημιές
       που είχε,
       κατάλαβε
       ότι δεν
       βγήκε απλώς
       από τον
       δρόμο, αλλά
       πρέπει να
       έχασαν τον
       έλεγχο του
       αυτοκινήτου
       τους αρκετά
       μέτρα πιο
       πριν και να
       είχε
       γυρίσει
       αρκετές
       τούμπες
       πριν
       καταλήξει
       εδώ. Το όχημα
       ήταν σε πολύ
       άσχημη
       κατάσταση.
       Όσο
       πλησίαζε,
       κοιτάζοντας
       τις ζημιές
       του
       αυτοκινήτου,
       διαπίστωνε
       ότι ήταν η
       ίδια μάρκα
       και το ίδιο
       χρώμα με το
       δικό τους. Οι
       ζημιές ήταν
       πολλές και
       το αμάξωμα
       είχε
       παραμορφωθεί
       αρκετά, όμως
       ήταν
       σίγουρη γι’
       αυτό που
       έβλεπε.
       Πλησίασε
       τους δύο
       νοσοκόμους
       που ήταν
       όρθιοι και
       βοηθούσαν
       τους
       συναδέλφους
       τους για τις
       πρώτες
       βοήθειες. Οι
       δυο τους
       μιλούσαν
       χαμηλόφωνα
       μεταξύ τους
       και δεν
       φαινόταν να
       την είχαν
       δει που
       πλησίαζε.
       Στάθηκε
       δίπλα τους
       και
       διστακτικά
       πήγε να τους
       μιλήσει,
       θέλοντας να
       τους
       ρωτήσει τι
       είχε συμβεί,
       όταν το
       βλέμμα της
       έπεσε πάνω
       στο
       ξαπλωμένο
       άτομο, αυτό
       που δεν ήταν
       σκεπασμένο
       με το
       σεντόνι και
       δεχόταν τις
       πρώτες
       βοήθειες
       από τους
       νοσοκόμους.
       «Πιάνω
       σφυγμό,
       είναι ακόμη
       ζωντανή,
       όμως δεν
       έχουμε πολύ
       χρόνο!» είπε ο
       ένας
       νοσοκόμος
       κοιτάζοντας
       τον άλλον
       στα μάτια,
       λέγοντας
       του να
       βιαστεί.
       Το
       ξαπλωμένο
       άτομο ήταν
       μια γυναίκα,
       ντυμένη με
       καλά ρούχα,
       τα οποία
       όμως ήταν
       παντού
       σκισμένα
       και σε πολύ
       κακή
       κατάσταση.
       Όπου υπήρχε
       σκίσιμο στα
       ρούχα της
       και
       φαινόταν το
       δέρμα, ήταν
       γεμάτο
       βαθιές
       πληγές και
       σκισίματα.
       Το πρόσωπο
       της ήταν
       άσχημα
       χτυπημένο
       και
       κατακόκκινο
       από την
       αιμορραγία.
       Οι δυο
       νοσοκόμοι
       προσπαθούσαν
       με κάθε
       τρόπο να
       κλείσουν
       τις πληγές
       και να
       σταματήσουν
       την
       αιμορραγία,
       πριν την
       μεταφέρουν
       στο
       νοσοκομείο,
       και οι άλλοι
       δυο
       νοσοκόμοι
       ήταν όρθιοι
       από πάνω
       τους,
       προσπαθώντας
       να τους
       βοηθήσουν,
       δίνοντας
       τους τα
       απαραίτητα
       εργαλεία.
       Η Μίριαν,
       κοίταζε
       παγωμένη
       την γυναίκα
       αυτή.
       Δεν μπορεί
       να έβλεπε
       αυτό που
       είχε
       μπροστά της
       εκείνη τη
       στιγμή. Δεν
       ήταν
       δυνατόν να
       γινόταν
       αυτό.
       Η
       τραυματισμένη
       γυναίκα
       φορούσε τα
       ίδια ρούχα
       που φόραγε
       εκείνη.
       Η
       τραυματισμένη
       γυναίκα…
       ήταν η ίδια!
       «Την χάνουμε!»
       είπε σχεδόν
       με πανικό
       ξανά ο ίδιος
       νοσοκόμος.
       Με τρόμο
       κοιτούσε
       τους δύο
       νοσοκόμους
       που με
       αγωνία
       προσπαθούσαν
       να τη
       βοηθήσουν
       και να της
       κλείσουν
       τις πληγές,
       πριν
       πεθάνει από
       την
       αιμορραγία.
       Αναγνώρισε
       ανάμεσα σε
       όλες τις
       πληγές και
       το αίμα το
       ίδιο της το
       πρόσωπο.
       Είχε
       κλειστά τα
       μάτια και
       χαμένες τις
       αισθήσεις
       της.
       Κοιτούσε
       μπροστά της
       το ίδιο της
       το σώμα που
       πέθαινε.
       Τι
       συνέβαινε;
       Τι σήμαινε
       αυτό;
       Τότε…
       Τότε ίσως
       κατάλαβε…
       Όταν σε
       εκείνη την
       αριστερή
       στροφή είχε
       βγει έξω από
       τον δρόμο το
       λάστιχο,
       πριν
       ξεκινήσουν
       όλα αυτά, ο
       Μάικλ δεν
       είχε
       προλάβει να
       επαναφέρει
       πάνω στον
       δρόμο το
       αυτοκίνητο,
       όπως
       θυμόταν η
       ίδια ότι
       συνέβη. Στην
       πραγματικότητα,
       το
       αυτοκίνητο
       τους βγήκε
       εκτός
       δρόμου,
       έπεσε μέσα
       στο χαντάκι
       και
       στροβιλίστηκε
       στο έδαφος
       πολλές
       φορές,
       προτού
       καταλήξει
       εδώ, αρκετά
       μέτρα πιο
       πέρα. Η ίδια
       τραυματίστηκε
       σοβαρά από
       αυτό το
       ατύχημα και
       τώρα, κατά
       κάποιον
       τρόπο,
       έβλεπε τους
       νοσοκόμους
       που
       προσπαθούσαν
       να σώσουν
       την ίδια της
       τη ζωή.
       Τότε γιατί η
       ίδια δεν
       θυμόταν τα
       πράγματα
       έτσι όπως
       συνέβησαν;
       Γιατί δεν
       ήταν
       ξαπλωμένη
       εκεί, με
       χαμένες τις
       αισθήσεις,
       παρά έβλεπε
       τον εαυτό
       της να
       πεθαίνει;
       Κατάλαβε
       ότι ίσως
       έδωσε η ίδια
       την
       απάντηση
       στο ερώτημα
       της.
       Γιατί
       πέθαινε…
       Αυτό που
       έζησε, αυτές
       οι λούπες,
       ήταν ίσως ο
       κόσμος στον
       οποίο
       πήγαιναν οι
       ψυχές οι
       οποίες ήταν
       ακόμη
       χαμένες. Οι
       ψυχές που
       δεν είχαν
       πεθάνει
       ακόμη, όμως
       δεν ήταν
       ζωντανές.
       Καταδικασμένες
       να ζουν μέσα
       στην
       επανάληψη
       των
       γεγονότων
       που τις
       οδήγησαν
       εδώ. Μέχρι…
       Μέχρι να
       αποφασιστεί
       η μοίρα τους.
       Τότε αυτό
       σήμαινε…
       Η Μίριαν
       κοίταξε σαν
       σε όνειρο το
       σώμα που
       ήταν
       ξαπλωμένο
       δίπλα της,
       σκεπασμένο
       με το λευκό
       σεντόνι.
       Το πλησίασε
       πολύ
       διστακτικά
       και έσκυψε
       ελαφρά από
       πάνω του.
       Άπλωσε το
       χέρι της για
       να τραβήξει
       το σεντόνι
       και τα
       δάκρυα
       πλημμύρισαν
       τα μάτια της,
       καθώς ήξερε
       τι θα έβλεπε.
       Με τα
       δάχτυλα της
       να τρέμουν,
       έσφιξε το
       σεντόνι που
       κάλυπτε το
       πρόσωπο και
       αργά το
       τράβηξε
       προς τα κάτω.
       Μόλις
       αποκαλύφθηκε
       το πρόσωπο, η
       Μίριαν
       πλάνταξε
       στα κλάματα.
       Έφερε τα
       χέρια της
       στο πρόσωπο
       της, μην
       μπορώντας
       να κοιτάξει
       το
       τραυματισμένο
       πρόσωπο του
       άντρα της,
       που
       κειτόταν
       νεκρός,
       ξαπλωμένος
       πάνω στα
       άγρια χόρτα
       και τα
       σκουπίδια
       του δρόμου.
       Έκλαιγε με
       τρομερούς
       λυγμούς,
       νιώθοντας
       το σώμα της
       όλο και πιο
       αδύναμο.
       Κοίταξε στο
       βάθος, προς
       το μέρος του
       αυτοκινήτου
       τους από το
       οποίο είχε
       βγει και
       είδε ακόμη
       εκείνη την
       άψυχη
       κούκλα να
       κάθεται στη
       θέση του
       οδηγού,
       ακίνητη.
       Ήταν η
       κούκλα που
       είχε
       αναλάβει να
       παίξει τον
       ρόλο του
       άντρα της σε
       αυτό το
       επαναλαμβανόμενο
       παιχνίδι
       των ψυχών
       ανάμεσα
       στους
       ζωντανούς
       και τους
       νεκρούς. Γι’
       αυτό ο Μάικλ
       δεν
       ανταποκρινόταν
       σε ότι και να
       του έλεγε.
       Ο Μάικλ ήταν
       ήδη νεκρός.
       Ήταν και
       εκείνη
       σχεδόν
       νεκρή. Οι
       νοσοκόμοι,
       οι οποίοι
       δεν είχαν
       συναίσθηση
       αυτών που
       γίνονται σε
       αυτόν τον
       παράλληλο
       κόσμο,
       έκαναν ό,τι
       μπορούσαν
       για να τη
       σώσουν.
       Εκείνη όμως
       ήταν έτοιμη
       να πεθάνει.
       Ήταν έτοιμη…
       Με τις
       τελευταίες
       της
       δυνάμεις,
       άπλωσε το
       χέρι της στο
       νεκρό
       πρόσωπο του
       άντρα της. Τα
       δάκρυα της
       έτρεχαν όσο
       σκεφτόταν
       ότι έφυγε
       χωρίς να του
       πει ένα
       αντίο, έτσι
       ξαφνικά.
       Έτσι είναι ο
       θάνατος,
       υποθέτω.
       Γρήγορα,
       είδε το χέρι
       της να
       γίνεται
       διαφανές
       και τις
       δυνάμεις
       της να την
       εγκαταλείπουν.
       Γινόταν όλο
       και πιο
       διαφανές,
       ώσπου έπεσε
       κάτω από την
       αδυναμία
       της και το
       σώμα της
       εξαφανίστηκε.
       Το μόνο που
       έβλεπε πια,
       ήταν μαύρο…
       ***
       Πέρασε λίγη
       ώρα, όμως
       κατάφερε να
       ανοίξει τα
       μάτια της.
       Ήταν
       ξαπλωμένη
       ανάσκελα
       και η όραση
       της ήταν
       θολή. Από
       πάνω της,
       είδε τα
       πρόσωπα των
       δύο
       νοσοκόμων
       που ακόμη
       προσπαθούσαν
       με αγωνία να
       κλείσουν
       τις πληγές
       της.
       «Έχει
       συνέλθει!
       Μπορούμε να
       την
       μεταφέρουμε
       τώρα με
       ασφάλεια!»
       είπε ο ίδιος
       νοσοκόμος.
       Ένιωθε πολύ
       ζαλισμένη
       και αδύναμη,
       όμως
       κατάφερε να
       δει τον
       άλλον
       νοσοκόμο να
       σκύβει πάνω
       από το
       κεφάλι της
       και να την
       κοιτάζει.
       «Θα είστε μια
       χαρά, κυρία.
       Μην
       ανησυχείτε.
       Είστε πολύ
       τυχερή που
       έτυχε και
       οδηγούσαμε
       από πίσω σας
       και είδαμε
       τι συνέβη
       από μακριά,
       αλλιώς
       κανένας δεν
       θα σας
       έβρισκε εδώ,
       στη μέση του
       πουθενά».
       Η Μίριαν δεν
       άντεξε να
       κρατήσει
       άλλο
       ανοιχτά τα
       μάτια της
       και
       λιποθύμησε.
       Ένιωσε όμως
       τους
       νοσοκόμους
       να τη
       σηκώνουν
       στο φορείο
       και να τη
       μεταφέρουν
       στο
       ασθενοφόρο.
       Τους άκουσε
       στο βάθος να
       δίνουν
       ιατρικές
       οδηγίες
       μεταξύ τους
       και να την
       παρηγορούν
       ότι θα είναι
       εντάξει.
       Δεν ήταν
       σίγουρη
       πλέον εάν
       όλα αυτά που
       έζησε μέσα
       στο
       αυτοκίνητο
       ήταν
       αληθινά ή
       όχι. Δεν ήταν
       σίγουρη εάν
       θα
       επέστρεφε
       στη ζωή αν θα
       άφηνε τον
       εαυτό της να
       μπει σε αυτό
       το τρίτο
       τούνελ ή όχι.
       Μπορεί όλα
       αυτά τελικά
       να μην ήταν
       αληθινά,
       καθώς ήδη
       της
       μοιάζουν
       σαν μια
       μακρινή
       ανάμνηση.
       Μπορεί
       απλώς να τα
       φαντάστηκε
       όσο ήταν
       χωρίς τις
       αισθήσεις
       της.
       Δεν την
       ένοιαζε. Δεν
       θα
       αναζητούσε
       τις
       απαντήσεις,
       Το μόνο που
       την ένοιαζε
       ήταν ότι
       ένιωθε
       γαλήνη που
       επέστρεψε
       στη ζωή και
       κατάφερε να
       ξεφύγει από
       εκείνη την
       χαμένη
       κόλαση, είτε
       ήταν
       αληθινή
       είτε όχι.
       Αυτό που
       θυμόταν
       έντονα ήταν
       η εικόνα του
       Μάικλ. Το
       πρόσωπο του,
       γεμάτο
       τραύματα,
       νεκρό στην
       άκρη του
       δρόμου. Μια
       εικόνα που
       δεν θα
       ξέχναγε
       ποτέ. Του
       ανθρώπου
       που
       αγαπούσε
       τόσο.
       Ένα δάκρυ
       κύλισε από
       το κλειστό
       της το μάτι.
       Ένα δάκρυ
       που χάθηκε
       ανάμεσα
       στις πληγές
       της και το
       αίμα και
       κανένας
       νοσοκόμος
       δεν είδε
       ποτέ.
       *****************************************************
       Page 1 of 1