URI:
   DIR Return Create A Forum - Home
       ---------------------------------------------------------
       filioxarisopoulou
  HTML https://filioxar.createaforum.com
       ---------------------------------------------------------
       *****************************************************
   DIR Return to: διηγήσει&#9...
       *****************************************************
       #Post#: 15--------------------------------------------------
       πορνεία
   DIR By: filio
       Date: July 6, 2021, 4:57 pm
       ---------------------------------------------------------
       [move]κυριε
       ελέησον [/move]
       [emoji27]
       Ὑπῆρχε ἕνας
       ἀναχωρητὴς
       στὰ μέρη τοῦ
       Ἀντινόου
       πρὶν πολλὰ
       χρόνια, ποὺ
       πρόκοβε
       στὴν
       εὐλάβεια.
       Ἀκοῦσαμὲ
       λοιπὸν ἀπὸ
       γνωρίμους
       του
       μοναχοὺς
       ὅτι πολλοὶ
       ὠφελοῦνταν
       ἀπὸ τὸν
       λόγο του καὶ
       ἀπὸ τὸ
       παράδειγμά
       του. Ἕναν
       τέτοιο
       μοναχὸ τὸν
       φθόνησε,
       ὅπως καὶ
       ὅλους τους
       ἐνάρετους, ὁ
       ἐχθρὸς καὶ
       τοῦ βάζει
       τὸν ἑξῆς
       λογισμὸ μὲ
       τὸ πρόσχημα
       τῆς
       εὐλάβειας:
       Δὲν πρέπει
       νὰ
       ἐξυπηρετεῖσαι
       ἢ νὰ
       διακονεῖσαι
       ἀπὸ ἄλλους,
       ἀλλὰ σὺ
       μᾶλλον
       ὀφείλεις νὰ
       διακονεῖς
       ἄλλους καὶ
       δὲν τὸ
       κάνεις
       τουλάχιστον
       ἐξυπηρέτησε
       τὸν ἑαυτό
       σου.  Πήγαινε
       λοιπόν,
       πούλησε τὰ
       ζεμπίλια
       στὴν πόλη,
       κᾶνε
       κατόπιν τὶς
       προμήθειες
       πού σου
       χρειάζονται
       καὶ γύρισε
       πάλι στὸ
       ἀσκηταριό
       σου, καὶ μὴ
       γίνεσαι
       βάρος σὲ
       κανέναν.
       Φυσικὰ τὸν
       συμβούλεψε
       ἔτσι ὁ
       δολερός,
       γιατί
       φθονοῦσε
       τὴν ἡσυχία
       του καὶ τὴν
       ἄδολεσχιά
       του μὲ τὸν
       Κύριο, ἀλλὰ
       καὶ γιατί
       πολλοὶ
       ἄνθρωποι
       ὠφελοῦνταν
       ἀπ' αὐτόν.
       Ἀπὸ παντοῦ
       προσπαθοῦσε
       ὁ ἐχθρὸς νὰ
       τὸν
       παγιδεύσει
       καὶ νὰ τὸν
       συλλάβει. Κι
       ἐκεῖνος
       ἐπειδὴ
       πείσθηκε
       ὅτι ὁ
       λογισμὸς
       αὐτὸς ἦταν
       καλός,
       κατέβηκε
       ἀπὸ τὸ
       μοναστῆρι
       του μὴ
       ἔχοντας
       πεῖρα τῆς
       μεγάλης
       πανουργίας
       τοῦ
       διαβόλου
       ποῦ στήνει
       παγίδες,
       αὐτὸς ποὺ
       ἄλλοτε ἦταν
       τὸ πρόσωπο
       ποῦ
       θαύμαζαν
       ὅσοι τὸν
       ἔβλεπαν,
       γνώριμος
       καὶ
       διάσημος
       ἀναχωρητής.
       Συναντώντας
       λοιπὸν μετὰ
       ἀπὸ πολὺν
       καιρὸ μιὰ
       γυναῖκα
       ἔπεσε στὸ
       ἁμάρτημα
       ἀπὸ ἔλλειψη
       προσοχῆς
       στὸν ἑαυτό
       του. Πῆγε
       κατόπιν σὲ
       ἔρημο τόπο,
       ἐνῷ ὁ
       ἐχθρὸς τὸν
       ἀκολουθοῦσε,
       καὶ ἔπεσε
       στὴν ὄχθη
       κάποιου
       ποταμοῦ.
       Σκέφθηκε
       τότε ὅτι
       χάρηκε ὁ
       ἐχθρὸς γιὰ
       τὴν πτώση
       του καὶ πῆγε
       νὰ
       ἀπογοητευθεῖ
       ἀπὸ τὸν
       ἑαυτό του,
       προπαντὸς
       γιατί
       λύπησε τὸ
       Πνεύμα τοῦ
       Θεοῦ, τοὺς
       ἀγγέλους
       καὶ τοὺς
       ἁγίους
       Πατέρες,
       πολλοὶ ἀπὸ
       τοὺς
       ὁποίους καὶ
       μέσα στὴ ζωὴ
       τῶν πόλεων
       νίκησαν τὸν
       ἐχθρό. Ἡ
       λύπη τοῦ
       λοιπὸν ἦταν
       μεγάλη,
       γιατί δὲν
       ἔμοιασε μὲ
       κανέναν ἀπ'
       αὐτούς. Δὲν
       σκέφθηκε
       ὅμως ὅτι ὁ
       Θεὸς
       χορηγεῖ
       δύναμη σ'
       αὐτοὺς ποῦ
       ἀληθινὰ
       ἐλπίζουν σ'
       Αὐτὸν καὶ
       καθὼς
       πέτρωσε ἡ
       καρδιὰ τοῦ
       γιὰ τὴ
       θεραπεία
       τῆς πτώσης,
       θέλησε νὰ
       ρίξει τὸν
       ἑαυτό του
       στὰ νερὰ
       τοῦ ποταμοῦ
       νὰ πνιγεῖ
       καὶ νὰ
       ὁλοκληρωθεῖ
       ἔτσι ἡ χαρὰ
       τοῦ ἐχθροῦ.
       Καὶ ἀπὸ τὴ
       μεγάλη
       ὀδύνη τῆς
       ψυχῆς του θὰ
       ἐξασθενοῦσαν
       ἐντελῶς οἱ
       σωματικές
       του
       δυνάμεις,
       ἐὰν στὴ
       συνέχεια
       δὲν τὸν
       βοηθοῦσε ὁ
       εὔσπλαχνος
       Θεὸς νὰ μὴ
       φτάσει στὸν
       θάνατο, ποῦ
       θὰ ἦταν
       τέλεια χαρὰ
       γιὰ τὸν
       διάβολο.
       Τελικὰ ὅταν
       συνῆλθε,
       σκέφθηκε νὰ
       κοπιάσει μὲ
       μεγαλύτερη
       κακοπάθεια
       ἀπ' ὅ,τι πρίν,
       καὶ νὰ
       ἱκετεύσει
       τὸν Θεὸ
       κλαίοντας
       καὶ
       πενθώντας.
       Καὶ
       ξεκίνησε νὰ
       ἐπιστρέψει
       πίσω στὸ
       μοναστῆρι
       του. Σὰν
       ἔφτασε,
       ἔφραξε τοῦ
       κελιοῦ τὴν
       πόρτα καὶ
       ὅπως κλαίει
       κανεὶς πάνω
       σε νεκρό,
       ἔτσι ἄρχισε
       νὰ κλαίει
       ἰκετεύοντας
       τὸν Θεό. Ἀπὸ
       τὴ νηστεία
       καὶ τὴν
       ἀγρύπνια,
       ποὺ
       συνοδεύονταν
       καὶ μὲ πόνο
       ψυχῆς,
       ἀδυνάτησε
       πολὺ στὸ
       σῶμα, ἀλλὰ
       καμιὰ
       πληροφορία
       δὲν εἶχε
       ἀκόμη γιὰ
       τὸ
       ἀποτέλεσμα
       τῆς
       μετάνοιάς
       του.
       Καὶ ὅταν
       πολλὲς
       φορὲς
       ἔφθαναν
       ἐκεῖ
       ἀδελφοὶ γιὰ
       νὰ
       ὠφεληθοῦν
       ἀπ' αὐτὸν
       καὶ ἔκρουαν
       τὴν θύρα,
       αὐτὸς ἔλεγε
       ὅτι δὲν
       μπορεῖ νὰ
       τοὺς
       ἀνοίξει
       «γιατί ἔδωσα
       –τοὺς
       ἐξηγοῦσε-
       λόγο,  ἕνα
       χρόνο νὰ
       μετανοήσω
       πραγματικά».
       Καὶ
       πρόσθετε: «Νὰ
       προσευχηθεῖτε
       γιὰ μένα».
       Βρισκόταν
       σὲ ἀμηχανία,
       τί νὰ τοὺς
       λέει γιὰ νὰ
       μὴ
       σκανδαλιστοῦν
       αὐτοὶ ποῦ
       τὸν ἄκουαν,
       γιατί τὸν
       ἐκτιμοῦσαν
       πολὺ καὶ
       τὸν
       θεωροῦσαν
       μεγάλο
       μοναχό.
       Πέρασε
       λοιπὸν
       ὁλόκληρο
       τὸν χρόνο μὲ
       μεγάλες
       νηστεῖες
       καὶ ἀληθινὴ
       μετάνοια.
       Καὶ ὅταν
       ᾖρθε τὸ
       Πάσχα, τὴ
       νύκτα τῆς
       ἁγίας
       Ἀναστάσεως,
       πῆρε ἕνα
       ἀδειανὸ
       λυχνάρι καὶ
       ἀφοῦ τὸ
       τακτοποίησε,
       τὸ
       τοποθέτησε
       μέσα σὲ ἕνα
       πήλινο
       ἀγγεῖο
       ἀχρησιμοποίητο,
       τὸ καπάκωσε
       καὶ
       ἀποβραδὶς
       στάθηκε σὲ
       προσευχὴ
       καὶ ἔλεγε:
       «Θεέ μου,
       οἰκτίρμων
       καὶ ἐλεήμων,
       Ἐσὺ ποῦ
       θέλεις καὶ
       οἱ βάρβαροι
       ἀκόμη νὰ
       σωθοῦν καὶ
       νὰ
       γνωρίσουν
       τὴν ἀλήθεια,
       σὲ σένα
       κατέφυγα
       τὸν Σωτῆρα
       τῶν ψυχῶν.
       Ἐλέησε
       ἐμένα ποὺ
       πολλὲς
       φορὲς σὲ
       καταπίκρανα
       πρὸς χαρὰν
       τοῦ ἐχθροῦ.
       Καὶ νά,
       εἶμαι
       νεκρός, ἀφοῦ
       ὑπάκουσα
       στὸν ἐχθρό.
       Ἐσὺ ὅμως,
       Δέσποτα,
       ἐλεεῖς καὶ
       τοὺς
       ἀσεβεῖς καὶ
       τοὺς
       ἄσπλαχνους
       καὶ
       διδάσκεις
       νὰ ἐλεοῦμε
       τὸν πλησίον
       σπλαχνίσου
       μὲ στὸ
       κατάντημά
       μου. Γιὰ σένα
       τίποτε τὸ
       ἀδύνατο δὲν
       ὑπάρχει. Δὲς
       ποὺ ἡ ψυχή
       μου
       κινδυνεύει
       νὰ
       διασκορπισθεῖ
       καὶ νὰ
       χαθεῖ στὸν
       Ἀδη.
       Ἐλέησε μέ,
       γιατί εἶσαι
       ἀγαθὸς γιὰ
       τὰ πλάσματά
       σου, 'Ἐσὺ ποῦ
       θὰ
       ἀναστήσεις
       τὴν ἡμέρα
       τῆς
       ἀναστάσεως
       καὶ τὰ
       σώματα
       ἀκόμη ποῦ
       δὲν
       ὑπάρχουν
       πιά.
       Εἰσάκουσε
       μέ, Κύριε,
       γιατί
       κοντεύει νὰ
       μὲ
       ἐγκαταλείψει
       τὸ πνεῦμα
       μου καὶ ἡ
       ταλαίπωρη
       ζωή μου.
       Ἕλιωσε καὶ
       τὸ σῶμα  μου
       ποὺ τὸ
       μόλυνα καὶ
       οὔτε μπορῶ
       πιὰ νὰ ζῶ
       συνεπαρμένος
       ἀπὸ τὸν
       πόθο σου μὲ
       τὴν
       ἐνθάρρυνση
       ὅτι μου ἔχει
       συγχωρεθεῖ
       ἡ ἁμαρτία
       γιὰ τὴν
       ὁποία
       μετανόησα.
       Εἶμαι διπλὰ
       ἀπελπισμένος.
       Ζωοποίησε
       μὲ τὸν
       κατατσακισμένο
       καὶ
       πρόσταξε ν'
       ἀνάψει τὸ
       λυχνάρι
       αὐτὸ
       μὲ τὴ δική
       σου φωτιά,
       ὥστε νὰ
       ἐνθαρρυνθῶ
       κι ἐγὼ γιὰ
       τὸ ἔλεός σου
       ὅτι ἡ
       εὐσπλαχνία
       σου  μὲ
       συγχώρησε
       καὶ ὅσο
       χρόνο ζωῆς
       θὰ μοῦ
       χαρίσεις
       ἀπὸ ἐδῶ καὶ
       πέρα νὰ
       φυλάξω τὶς
       ἐντολές σου
       καὶ ἀπὸ τὸν
       φόβο σου νὰ
       μὴν
       ἀπομακρυνθῶ
       ἀλλὰ
       ἀληθινὰ νὰ
       σὲ
       ὑπηρετήσω
       καὶ
       περισσότερο
       ἀπὸ πρίν».
       Μετὰ ἀπ'
       αὐτὴ τὴν
       προσευχὴ
       τοῦ κατὰ
       τὴν νύκτα
       τῆς
       'Ἀναστάσεως,
       σηκώθηκε
       πλημμυρισμένος
       στὰ δάκρυα
       νὰ δεῖ ἂν
       ἄναψε τὸ
       λυχνάρι.
       Ἀλλὰ ὅταν
       τὸ
       ξεσκέπασε
       καὶ εἶδε
       ὅτι δὲν
       ἄναψε,
       ξαναπέσε μὲ
       τὸ πρόσωπο
       στὴ γῆ καὶ
       ἄρχισε νὰ
       παρακαλεῖ
       τὸν Κύριο μὲ
       τοῦτα τὰ
       λόγια:
       «Γνωρίζω,
       Κύριε, ὅτι
       μου δόθηκε ἡ
       εὐκαιρία
       γιὰ νὰ
       ἀγωνισθῶ
       καὶ νὰ
       στεφανωθῶ
       καὶ δὲν
       πρόσεξα τὰ
       βήματά μου
       προτίμησα
       μᾶλλον
       χάριν τῆς
       σαρκικῆς
       ἡδονῆς  νὰ
       πάω στὴν
       κόλαση ποῦ
       εἶναι γιὰ
       τοὺς
       ἀσεβεῖς.
       Λυπήσου μέ,
       Κύριε· νά,
       πάλι
       ἐξομολογοῦμαι
       στὴν
       ἀγαθοσύνη
       σου τὴν δική
       μου
       ἄσχημοσύνη
       ἐνώπιόν των
       ἀγγέλων σου
       καὶ ὅλων των
       δικαίων. Καὶ
       ἂν δὲν
       ὑπῆρχε
       φόβος
       ὁποιουδήποτε
       σκανδαλισμοῦ,
       καὶ στοὺς
       ἀνθρώπους
       θὰ τὸ
       φανέρωνα.
       Σπλαχνίσου
       μὲ γιὰ νὰ
       καθοδηγήσω
       καὶ ἄλλους.
       Ναί, Κύριε,
       ζωοποίησε
       μέ».
       Καὶ ἀφοῦ
       προσευχήθηκε
       ἔτσι τρεῖς
       φορές,
       εἰσακούσθηκε.
       Καὶ μόλις
       σηκώθηκε,
       βρῆκε τὸ
       λυχνάρι νὰ
       καίει μὲ
       δυνατὸ φῶς.
       Γεμάτος
       ἀγαλλίαση
       γιὰ τὴν
       ἐλπίδα τῆς
       συγχωρήσεως,
       δυνάμωσε
       ἀπὸ τὴ χαρὰ
       ποὺ ἔνιωσε
       ἡ καρδιά του
       καὶ
       εὐφραινόταν
       ἔκπληκτος
       γιὰ τὴ χάρη
       ποῦ τοῦ
       'κανε ὁ Θεὸς
       καὶ τὸν
       πληροφόρησε
       καὶ σ' αὐτό.
       Καὶ ἔλεγε:
       «Ἂν καὶ
       εἶμαι
       ἀνάξιος,
       Κύριε, καὶ
       αὐτῆς τῆς
       πρόσκαιρης
       ζωῆς, μὲ
       ἐλέησες μ'
       αὐτὸ τὸ
       μεγάλο καὶ
       παράδοξο
       θαῦμα.
       Εἶσαι
       φιλάνθρωπος
       καὶ πονᾷς
       τὶς ψυχὲς
       πού σου
       ἀνήκουν»
       Ἔτσι
       συνεχίζοντας
       τὴν
       ἐξομολόγηση
       καὶτὴν
       εὐχαριστία,
       ξημέρωσε ἡ
       ἁγία ἡμέρα.
       Καὶ ζοῦσε
       μέσα στὴν
       εὐφροσύνη
       τοῦ Κυρίου,
       λησμονώντας
       τὴ σωματικὴ
       τροφή.
       Καὶ τὴ φλόγα
       τοῦ
       λυχναριοῦ
       τὴν
       διατήρησε
       ὅλες τὶς
       μέρες τῆς
       ζωῆς τοῦ
       προσθέτοντας
       λάδι καὶ
       τακτοποιώντας
       το ἀπὸ πάνω
       γιὰ νὰ μὴ
       σβήσει. Ἔτσι
       λοιπὸν ᾖρθε
       πάλι καὶ
       κατοίκησε
       μέσα του τὸ
       ἅγιο
       ΓΙνεύμα καὶ
       ἔγινε
       ξακουστὸς
       σὲ ὅλους μὲ
       τὴν
       ταπεινοφροσύνη
       του καὶ
       ὑμνώντας
       καὶ
       εὐχαριστώντας
       τὸν Κύριο
       μετέδιδε τὴ
       χαρά του. Κι
       ὅταν
       ἐπρόκειτο
       νὰ
       παραδώσει
       ττὴν ψυχή
       του, τοῦ
       ἀποκάλυψε ὁ
       Θεὸς τὸν
       θάνατό του
       πρὶν ἀπὸ
       μέρες.
       *****************************************************
       Page 1 of 1